Σώματα

Αυτά τα σώματα, το ένα μέσα στο άλλο
είναι ο άνθρωπος στον άνθρωπο
Αυτός που παραμένει
έρωτας,
ο έρωτας που παραμένει ελπίδα
κι όχι ζωή
Ποιος είναι ποιος;
Κύκλος, κύκλος, κύκλος…
Μία σπείρα από χρυσό
και αλάτι
Χείλια στεγνά
Χίλια οράματα
Αιώνιος πυρετός
Καμιά πρόβλεψη
Απόδειξη της μοναξιάς μας,
αν θες,
αυτό το σημείωμα, που δεν γράφτηκε
με λιγότερο αίμα
Κι όλα τα άλλα είναι φούμαρα
Όσα λευκά κι αν ντυθείς
η νύχτα αποτυπώνεται στο πρόσωπο,
κι αν σπρώξεις και σπρωχτείς
το αυτονόητο μισεύει
Αυτή η αντίφαση,
που σφίγγει πόδια και χέρια
και στήθη
Κι αυτή όλη η ανησυχία…
ναι ξέρεις…
Μια ανάσα πιο κοντά
Η μπύρα, το ουίσκι, κάτι χάπια λέει
καινούρια, το ναυάγιο και το ξερονήσι
για να σταθείς ξανά μόνος
Κι σαν σε μαζέψουν,
για τον όμορφο ήλιο θα θελήσουν να μιλάς
και για τ’ αστέρια
Φούμαρα
Είτε το αντίθετο, είτε το μισό,
είτε το σπασμένο κομμάτι, είτε το άλογο
στη βλάστηση σκυμμένο,
αυτά τα σώματα, το ένα μέσα στ’ άλλο
είναι ο άνθρωπος στον άνθρωπο

άτιτλο

Ω… είμαι τόσο εγωιστής
Που δεν ντρέπομαι για τίποτα
Ενοχλώ τον κόσμο με πικρόχολα αστεία
Και μονίμως κάνω παρατηρήσεις
Τίποτα δεν μου κάνει
Κυοφορώ την ανατροπή
Πλαστογραφώ την ευχαρίστηση
Και σε ζόφο βυθίζω το μέλλον
Σαν κουλουράκι μετά το μνημόσυνο
Δαγκώνω…
Θα ζήσω για πάντα
Μαζεύω του σκύλου τα σκατά
Με την εφημερίδα της κυβερνήσεως
Φως, Τούνελ, Αρχιδοσπάστης, Θέμα Μηδέν
Και πίνω το ούζο μου πάντα σε ψηλό
Τελικά είμαι τόσα πράγματα
Που αδυνατώ να πιστέψω πως υπάρχω
Κι όμως με βλέπω συνέχεια…
Απέναντι, γύρω μου, παντού…
…Κάτι πάντα προσπαθώ να χαλάσω \

Τρέξαν οι μέρες Και γέμισαν πρέπει

Σπρώχνω το μυαλό και το σώμα μου
Στο μαξιλάρι
Στη δουλειά
Στο μπαρ (σκατά)
.
.
.
Στην πρόβα για μια παράσταση
Που δεν βρίσκει σανίδι για να σταθεί

Θέλω να μείνω σπίτι
Κι αλίμονο μου αν αυτό σαν μήνυμα περαστεί

Τα παιδιά
Μου λείπουν τα παιδιά
Να με κρίνουν γι’ αστείο
Και να γελώ
Μες στην ασχήμια μου
Με τα αξύριστα γένια
Και το κουρασμένο μου πρόσωπο
Να σε ρωτάω
Κρυώνεις ;

Όταν έρχεται
Το ποίημα
Το τρένο
.
.
.
Το ψιθύρισμα
Ακόμη κι ο άνεμος
Που τα φύλλα χορεύει και σε κάνει να ριγείς
Ξέρεις πως δεν υπάρχει απάντηση
Αλλά τώρα μπορείς
Να στρίψεις ένα ακόμη τσιγάρο
Και να τραβηχτείς στην κρεβατοκάμαρα

Δύο ποιήματα

Το κουφάρι μιας εποχής

Καμιά θυσία δεν πληρώνεται
με χρήμα
Ξανά
και ξανά
η μάζα υποκύπτει στην αρχή
Τι χάθηκε πραγματικά,
τίποτα δεν θα δείξει
και ξέρεις
πως πίσω είναι μονάχα ό,τι έσπειρες
και πως ό,τι ευκόλως εννοείται παραλείπεται
Τα στεφάνια φέτος είναι από χαρτί,
τα πιο όμορφα που ‘χω δει,
αν με ρωτάς,
κι η ζούγκλα παραμένει ανοιχτή για το κοινό.

Είναι αυτό που είναι

Τα παράθυρα σκοτεινά,
κλειστά τα περισσότερα
Κοιμούνται όλοι;
Η κόρη μου με ρωτά
Είμαστε αφύσικη οικογένεια;
Χαμογελά με ικανοποίηση
χωρίς να παίρνει απάντηση
και αργά αποτραβιέται νοιώθοντας τον θρίαμβο
Πίνω ό,τι απέμεινε απ’ το τσίπουρο
στο ποτήρι
και κρατάω το παγάκι στο στόμα μου

Καν-Ντυ ή Πρωτομαγιά στον Άρη

Θέλω να ντυθώ ένα μαύρο φανελάκι
κι ένα σκούρο καλοκαιρινό πουκάμισο
με ξεκούμπωτο το τελευταίο πάνω κουμπί ∙
τα μαύρα μου γυαλιά
κι ένας αέρας απαλός να με φυσά στο στήθος
ψιθυρίζοντας τα λόγια του
ενώ καπνίζω πίνοντας μια μπίρα,
κοιτώντας τα χέρια μου
από αίμα και μελάνι
και σίδερο
Αν πρόκειται απλώς για μια και μόνο βουτιά
καμιά θάλασσα δεν με συγκινεί
Βρέθηκα μόνος χιλιάδες φορές πριν το τέλος
του κόσμου
και το πόσο λάθος υπήρξα για τα δικά τους μυαλά
εγγυάται την ελευθερία μου
Η απόσταση που τώρα δεν διανύεται
είναι μια ακόμη ξεδιάντροπη διαπίστωση
της θέσης μας

Έλαμψε ο Αλμπέρ δια της απουσίας του

(στον Μούτσουνα)

Νοιώθω γελοίος πασχίζοντας να συλλέξω
τις λέξεις στο χαρτί
Καμιά αυταπάρνηση,
το ένστιχτο έχει καταρρεύσει
και το τραγούδι μυρίζει πετρέλαιο,
σαν σε λεβητοστάσιο παλιάς μονοκατοικίας
Περασμένα μεγαλεία βουτηγμένα στο δράμα
της ζωής
Τίποτα το ιδιαίτερο
Εσύ μου μιλάς…
Αρκεί να ‘σαι δρόμος
για να χαμπαριάσεις πως όλα κινούνται
και πως όλα κυμαίνονται
Πως το πρόσωπο μιας γυναίκας αρκεί
για να γνέψεις μια προσευχή
Αρκεί λίγη μελάνη για να γλυτώσει τη μνήμη
απ’ το θάνατο
Λίγος θάνατος για να ευδοκιμήσει ο ορίζοντας
Περπατούσα στο πρόσωπό σου
Υπήρχαν ποτάμια που δεν έβρισκαν θάλασσες,
δρόμοι παλίνδρομοι
στην καρδιά της μέρας
και μια πόρτα για κάθε σπίτι
Η πόλη ήταν άσχημη με
και χωρίς κόσμο πιο άσχημη ακόμη,
με και χωρίς σκοπό,
με όραμα και χωρίς αυτό

Μ. Παρασκευή

Η θλίψη είναι η μεγαλύτερη γιορτή
Υπέρογκα ποσά δακρύων
αντίδοτο στη σήψη
Παρασκευή σε μινόρε

Ανεβάζω το τέμπο και μπαίνω στη στροφή
Το Cutty Sark κυλά
κάτω απ’ τα πόδια μου
και μπλοκάρει τα φρένα

Ημερομηνία άγνωστη, ώρα άγνωστη
Βγαίνω με πορτοκαλί
ξώφαλτσα στην αλήθεια
Το νου σου ξένε, τα πάθη αργία δε γνωρίζουν

Ανηφορίζω
φέρνοντας το μπουκάλι στα χέρια μου
και σερβίρομαι
Σε τρεις νύχτες θα ‘χουν όλοι ξεχάσει

Ροκ μπαλάντες

Μπαλάντες για φόνους
Μπαλάντες για τρύπιες καρδιές
Μπαλάντες του μεσονυκτίου
Λες και γράφτηκε και καμιά τους μέρα μεσημέρι
για κάποιον ένδοξο ποιητή
Μια μπαλάντα γράφεται πάντα μαζί με κάποιο τέλος
Λίγο πριν, λίγο μετά
δεν έχει σημασία
Μακραίνω νύχια, γένια και μαλλιά
Αυτές είναι οι δουλειές μου,
και αρνούμαι
Αρνούμαι να κάνω έρωτα,
αρνούμαι το σώμα μου
Δεν υπάρχει μετεμψύχωση,
αυτά είναι μαλακίες
Δες αν θες μέσα απ’ τα μάτια του άλλου
Τι σκατά περιμένεις;
Κανείς δεν θα σου πει πως τα κατάφερες
κι όταν συμβεί θα εννοεί κάτι άλλο
Εν τω μεταξύ συνεχίζεις να πληγώνεσαι
Δεν βλέπεις πώς τα φέρνει η ζωή;
Πώς να ξεχρεώσει κανείς;
Μόνο οι τζογαδόροι χρεώνονται για κάτι που ν’ αξίζει
Έχεις ιδέα τι θεωρείται παλιό
αυτές τις μέρες;
Φαίνονται όλα σαν χθες
και προαιώνια ταυτόχρονα
Ίσως κυλιόμαστε σε ένα σύμπαν ταυτόχρονο
και τρυπώνουμε μια αποδώ μια αποκεί,
ποιος ξέρει;
Μας έχουν σε αναβολή έτσι κι αλλιώς για την ώρα,
μπύρα και Jameson ∙ είμαστε απ’ τους τυχερούς
Ένα θάμνος παίζει παιχνίδια
στην ταπετσαρία του υπολογιστή
κι εσύ θέλεις να νιώσεις σαν ζώο
Όπως και να ‘χει ξεμένεις με το πληκτρολόγιο
και τους λογαριασμούς απλήρωτους

Ιστός από νάιλον

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά
μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι οικείο και ξένο
Ένα κράμα λύπης, συμπόνιας
τρόμου και επανάστασης,
ξεφτίλας και προτροπής
Ένας πολτός από μυαλό και αίμα
Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν γνωρίζει τον άλλον
Από το πρώτο φως μολυσμένοι
Ατυχήματα
ατυχήματα
ατυχήματα
Λάθη, εξουσίες
Κινούμαι με την πλάτη στον τοίχο
για να βγω στη γωνία
Σαν παλιά πολεμική μηχανή,
ενέδρα στην ενέδρα
Παρωχημένες αξιολογήσεις και μπουρδολογία
Ξεφορτώνομαι τα βάρη
μα δεν λέω να πάρω ύψος
Απ’ άκρη σ’ άκρη
ένας ιστός από νάιλον
Άκρη πουθενά
Η ψυχή δεν μετριέται με χρόνο
Με χρόνο μετριέται η τρέλα
Πόσο θ’ αντέξουμε;
Ακουγόμαστε από μίλια μακριά
Ο έρωτας επαναστατεί
Οι σκάλες ποτέ
Ούτε τα κούφια ασανσέρ και τα κοινόχρηστα φώτα
Η Πομπηία έγινε στάχτη
Στάχτη στα μάτια μας
Με κολλύρια στις τσέπες από παιδιά ακόμη,
η ενοχή εκεί να μην ξεβγάζεται
ανάκατη με στραπατσαρισμένες κουβέντες
Σχολεία, εκκλησίες, οικογένειες
Εργαστήρια φόβων
Πάρκο εσύ, Παπαστράτου
λίμνες, κεραίες, ποτάμια και γη
που φεύγουν κάτω απ’ τα πόδια σου
Πάμε το ποίημα απ’ την αρχή,
ειδάλλως να φύγουμε για τα καλά προς τα πίσω.

Όλα επιτρέπονται

Ανύπαρκτοι
και ως εκ τούτου αλώβητοι
Όλα τώρα επιτρέπονται
Σώμα και αίμα
απόψε,
πνιγμένοι σε κόκκινο κρασί
Όποιο κι αν είναι αυτό το ¨μέσα¨
Όλα επιτρέπονται
εκεί
Καλό για άλλους
Πολύ κακό για κάποιους

Παύεις για λίγο

Ποιος είσαι;
Τι αγαπάς;
Ποιον;
Ακολουθείς μετά το πρωτόκολλο
Δεν έχει σημασία
Κι αν οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με κρασί
αντί αυτής της άθλιας πίσσας;

Όπου να ‘ναι η ώρα αλλάζει
Ίσως να ‘χει ήδη αλλάξει
Δεν έχει σημασία
Αν τυχόν σημειώνεις ημερομηνίες,
στα ποιήματα αυτών των ημερών
μην το κάνεις
Δεν έχει σημασία
Κράτα μία αν θες
για τη μέρα που θα ‘ρθει, όταν θα ‘ρθει
Και σωστό θα ήταν τίποτε τότε να μη γραφτεί

Ο άνθρωπος στην απεξάρτηση

Η πόλη μοιάζει πάλι σαν να έχουν όλοι πεθάνει
Ο ουρανός δεν έχει χρώμα,
αυτό της νύχτας,
μόνο θερμοσίφωνες με κατεβασμένα τα μούτρα
και κεραίες,
και μια κάπως άρρωστη αντανάκλαση φωτός ∙
και μια ομίχλη που γλείφει τους αστραγάλους
και ένα δέντρο σε μια ταράτσα
να παριστάνει το γέλιο.