Λίγα ποιήματα από και για το μπαρ (τυχαία σειρά)

Διάλογος(;)

-Βάλε μια μπύρα να ανασάνω ρε φίλε…
-Δεν θα μπορέσεις να σκοτώσεις το τέρας. Χωρίς αυτό καμιά λάμψη δεν θα νικήσει το σκοτάδι. Ακόμη και η καύτρα απ’ το τσιγάρο σου θα είναι μια μόνιμη στάχτη
-Ναι, μα σαν ανασάνω το τέρας θα ικανοποιηθεί και θα πιάσει τη γωνιά του. Οι κατάρες έτσι κι αλλιώς περισσεύουν
-Ο ένοχος γυρεύει πάντα κάποιον αθώο
-Ναι, και το ανάποδο… Πες μου όμως, η παραίσθηση δικάζεται;
-Η αίσθηση καταδικάζει σίγουρα τον έχοντα. Οδηγεί σε πράξεις με αποτέλεσμα…
-Ίσως και μηδέν… δεν ξέρω, είναι φορές που νιώθω πως δεν θέλω τίποτα. Ω σκατά, χρειάζομαι μια τεκίλα ∙ και μία για ‘σένα. Ω φίλε έχω μουδιάσει, πάλι καλά που ‘σαι ‘δώ
-Η μπύρα δικιά μου…

Εγώ και το μπαρ

Εγώ και το μπαρ,
οι δυο μας.
Τα μαλλιά μου ακουμπούν τον σκούρο γρανίτη του,
σαν δύο μνημεία που συνουσιάζονται.
Κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.

Απουσίες

Ξέρω μια πόλη
όπου δε συχνάζει κανείς
Μόνο πότηδες που δεν αρθρώνουν κουβέντα
και κάτι λουλούδια
που τους στέρησαν το χώμα

Στο μπαρ, βιτρίνα

Στην υγειά της νύχτας
και των λιπόσαρκων απολαύσεων.
Στην υγειά του Joey,
που μας κάνει ακόμη και πιστεύουμε
Στην υγειά των κοριτσιών,
που χαμογελούν κατάμουτρα στη θλίψη ∙
και των παιδιών που περνούν κρατώντας μπαλόνια
αγνοώντας πως ο κόσμος είναι μια φούσκα.
Στην υγειά των απροστάτευτων,
χειμώνας που ‘ρχεται ∙
κι ίσως θα ‘πρεπε ο χειμώνας να γράφεται με όμικρον τώρα,
τόσα έχουν αλλάξει από τότε.
Στην υγειά των σπόρων,
στη Χαβάη και όπου γης ∙
και τέλος πάντων,
ας πιούμε με την ησυχία μας.

Προς όλους

Μα ειλικρινά δεν έχετε βαρεθεί;
Εκπλήξτε μας,
έστω και δια της απουσία σας.
Επαναφέρετε τη γοητεία,
διατηρήστε την.
Ρυθμίστε τα ρολόγια σας σε λάθος ώρα,
αν αυτό είναι απαραίτητο.
Διατηρήστε την προοπτική του θανάτου,
αναρωτηθείτε .
Ανοίξτε μια μπίρα
ώρα που δεν προβλέπεται ∙
αυτή η καφεΐνη μας έχει τινάξει τα μυαλά
και δουλεύουν τα νεύρα μας σαν κομπρεσέρ
σε καυτή άσφαλτο μήνα Ιούνη.

Σάββατο βράδυ

Τους δρόμους που πάτησες
τους έλουζε άνεμος
και μάτωναν τα χέρια σου κάθε που άκουγες το αύριο
όλα τελειώσαν με ένα μπλουζ της ανοχής
και δυο χτυπήματα στην πλάτη

Άρση βαρών

Προτιμούσα ανέκαθεν
να βρίσκομαι μέσα,
και στην καλύτερη
έξω απ’ τη μπάρα.
Ποτέ κάτω από αυτή.
Να σηκώνω ποτήρια
στην υγεία των πάντων
και υπέρ του γκρεμοτσακίσματος κάποιων,
ξέρουν αυτοί,
και να χαιρετίζω φίλους,
γνωστούς και άγνωστους συναγωνιστές
ή και μόνο τον μπάρμαν.
Από δίσκους,
προτιμούσα πάντα αυτούς
που το βάρος τους
ζυγίζει κάποια γραμμάρια
και σπινάρουν πάνω σε μαγικά ταμπλό
γεννώντας ήχους,
αφυπνίζοντας συνειδήσεις,
ενδυναμώνοντας
κατακερματισμένους δέκτες,
να τους μετατρέπουν σε πομπούς.
Εσύ πόσα σηκώνεις στο αρασέ;

Advertisements

Φυσικά χωρίς τίτλο

Ένα φθηνό κόλπο ειν αρκετό
για να πουλήσεις τον κόσμο,
φτάνει πρώτα να τον έχεις περιορίσει.
Μια μικρή μάζα είναι ικανή
να κρύψει τον ήλιο,
αρκεί να χεις αποδεχτεί την βαρύτητα.

Θα

Θα ‘ρθει η στιγμή που θα σταθεί η αλήθεια στο χείλος του γκρεμού
κοιτάζοντας πίσω,
χαμογελώντας
ίσως χαιρέκακα, ποιος ξέρει;
Το χείλος θα υποχωρεί πετραδάκι πετραδάκι
Εσύ θα θυμάσαι πως πήρες τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά
Εγώ θα σε ρωτώ αν θες να ζήσεις
Κανείς δεν θα απαντά
Τα χαμόγελα θα συνεχίζονται
Το έδαφος θα υποχωρεί
Κάποιοι θα το σηκώσουν στις πλάτες τους
Οι πλάτες τους θα ‘ναι λερωμένες
Καμιά αυτοτιμωρία δεν θα φέρνει τον εξαγνισμό
Καμιά αγία δεν θα μας σώσει οδηγώντας ένα σπορ αυτοκίνητο
Το οτοστόπ έχει καταργηθεί,
έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε πρόσβαση στους δρόμους
και μείναμε να κοιτάζουμε στις πλάτες
Όχι μωρέ θα αντέξουμε
Υπάρχουνε κι άλλες αλήθειες

13/07/2019

Για τον Τζακ Λόντον και τον αλκοολικό εαυτό του

Εδώ, μουρλαίνομαι καθώς διαβάζω τις περιπέτειες του Μπάρλυκορν.
Και θα ‘θελα να υπογραμμίσω την κάθε μοναδική γραμμή που συνέταξε
το χέρι αυτού του απείθαρχα πιστού συνεργάτη.
Και θα ‘θελα να καταδυθώ στις χίλιες αβύσσους που αντικρίζουν τα μάτια σου,
κοιτάζοντας το γυρτό μου σώμα.
Μα καμιά άβυσσος δεν ξέρω αν θα δεχτεί την υπερβολή και το μέτρο μου.
Ω κι εσείς, που ολημερίς χασμουριέστε και δεν θα ‘θελα ούτε τις γόπες απ’ τα τσιγάρα σας να βλέπω και να γράφω για σας, μα συνέχεια μου ‘ρχεται να σας μελετώ
για να βρίσκω αυτό το ¨εγώ¨ μου, τον ούριο άνεμο, να με σπρώχνει στην αγάπη και τα δύσκολα, να ταυτίζω την ελάχιστη λογική μου με ψυχές που το ένα τους λάθος γεννά το επόμενο και να σου οι χίλιες υποψίες τέλους, η πτώση, η δύναμη να επιστρέφει για να στεγάσει τον ένα και μοναδικό ναό…
Μέσα απ’ την πένα αυτού του γραφιά θα μπορούσα να δώσω μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα που δεν τολμάτε να ρωτήσετε.
Και όταν λέω μουρλαίνομαι είναι που η δίψα ή η επιθυμία, αν θες, για αλκοόλ κορυφώνεται καθώς κορυφώνεται και το έργο αυτό και οι επιταγές ενός ευοίωνου μέλλοντος καθίστανται ακάλυπτες. Η πλεκτάνη του Μπάρλυκορν ξεσκεπάζεται και δειλά, αλλά με χέρι σταθερό οδηγούμαστε στη μία και μοναδική αλήθεια. Αυτή του σήμερα, του τώρα.
Ο Λόντον οδηγεί ξανά στο λευκό αίθριο της παραπραγματικότητας.
Κι ας ¨μη νομιστεί ¨, που λέει κι ο ίδιος, πως συμφωνούμε σε όλα.

14/08/2019

Πάντα κάτι θα λείπει

Υπάρχει τόση τρέλα στον παράδεισο
πηγαία σαν ορμητικό ποτάμι ∙
που φύεται λες, λαθεμένα, σαν άγριο βοτάνι
σε ξέφραγο τόπο.
Υπάρχει τόσος παράδεισος στα τρελάδικα
χωρίς υποψία χρώματος,
καμιά θέση για τα μάτια,
άγονο φως να τα σκοτώνει.
Υπάρχουν εξοχές που γνώρισαν μόνο φόνους
από καιρό σχεδιασμένους.
Μαιευτήρια σε βρώμικα αστικά τοπία
να τροφοδοτούνε το αύριο.
Υπάρχει τόσος θάνατος μες την αγάπη
καθώς αυτή υφαίνει και υφαίνει τον ιστό της
και τόση αγάπη μες το θάνατο,
απρόσκλητη,
αναγκαία.
Τόσες ουσίες στο αίμα
και τόσο αίμα χυμένο για πάρτη τους.
Τόσος πόλεμος για την ειρήνη
μα καμιά ειρήνη στα τόσα πρόσωπα του πολέμου.

Και τώρα τι;

Όταν γλιτώσω απ’ τους ανεμιστήρες,
η ανθρωπότητα θα έχει λυτρωθεί κατά το ήμισυ.

Το ψευδοκλίμα μαστίζει κάθε κυτταρική συναλλαγή
και ο αγώνας του λαγού με τη χελώνα
δείχνει να μην έχει τερματισμό.

Εγώ, κάτω απ’ το δέντρο, συνεχίζω να σ’ αγαπώ.
Συνεχίζω να αντιστέκομαι κι ας με βρίσκει η πέτρα,
η ίδια που έριξα ψηλά,
γιατί κανένας στόχος δεν έμοιαζε αρκετός.

Τροπικά κλίματα

Παρ’ όλες τις μπόρες και τις βάρδιες
το καλοκαίρι συνεχίζεται ∙
παρ’ όλες τις κακώσεις, τους πόνους και τα ψέματα
Το καλοκαίρι συνεχίζεται παρ’ όλες τις καταστροφές
Τα σπίτια εκκενώνονται διά της βίας
Οι δρόμοι εκκενώνονται διά της βίας
Οι φυλακές δεν εκκενώνονται
Ξεβράζεται η αφρόκρεμα και ξεπλένεται καταπονημένη
τάχα δικαιωμένη
Ντροπή το δίκαιο και έγκλημα.
Οι άστεγοι ξεχειμώνιασαν,
τους γαμούν τώρα και την πιο ανώδυνη εποχή τους.
Το μαχαίρι δεν βρίσκει κόκαλο
Το καλοκαίρι συνεχίζεται
Η προβλήτα λεηλατημένη
Τα νεύρα οξειδωμένα
Η γεύση, τα μάτια σε υποχώρηση
Μπορούμε ακόμη και πίνουμε
Οι ανεμιστήρες ταΐζουν φουσκωμένα πέη
Το μυαλό σφηνώνεται μεταξύ συρμού και αποβάθρας
Σπίθες ελευθερώνονται
σαν μικροί κομήτες εκτός τροχιάς
Όλοι φοράνε τις μάσκες τους ηλεκτροσυγκόλλησης,
γιατί ξέρουν να φυλάγονται
Το καλοκαίρι συνεχίζεται
Αύριο το θερμόμετρο θα αγγίξει και πάλι
τους σαράντα βαθμούς
και εγώ θα πιστεύω μόνο σ’ εσένα.