Τροπικά κλίματα

Παρ’ όλες τις μπόρες και τις βάρδιες
το καλοκαίρι συνεχίζεται ∙
παρ’ όλες τις κακώσεις, τους πόνους και τα ψέματα
Το καλοκαίρι συνεχίζεται παρ’ όλες τις καταστροφές
Τα σπίτια εκκενώνονται διά της βίας
Οι δρόμοι εκκενώνονται διά της βίας
Οι φυλακές δεν εκκενώνονται
Ξεβράζεται η αφρόκρεμα και ξεπλένεται καταπονημένη
τάχα δικαιωμένη
Ντροπή το δίκαιο και έγκλημα.
Οι άστεγοι ξεχειμώνιασαν,
τους γαμούν τώρα και την πιο ανώδυνη εποχή τους.
Το μαχαίρι δεν βρίσκει κόκαλο
Το καλοκαίρι συνεχίζεται
Η προβλήτα λεηλατημένη
Τα νεύρα οξειδωμένα
Η γεύση, τα μάτια σε υποχώρηση
Μπορούμε ακόμη και πίνουμε
Οι ανεμιστήρες ταΐζουν φουσκωμένα πέη
Το μυαλό σφηνώνεται μεταξύ συρμού και αποβάθρας
Σπίθες ελευθερώνονται
σαν μικροί κομήτες εκτός τροχιάς
Όλοι φοράνε τις μάσκες τους ηλεκτροσυγκόλλησης,
γιατί ξέρουν να φυλάγονται
Το καλοκαίρι συνεχίζεται
Αύριο το θερμόμετρο θα αγγίξει και πάλι
τους σαράντα βαθμούς
και εγώ θα πιστεύω μόνο σ’ εσένα.

Advertisements

Πάργα -μικρό ημερολόγιο- 7-10/07/2019

Είναι ίσως η κατάλληλη ώρα για ένα αρκετά αδιάφορο ποίημα.
Ξαπλωμένος ανάσκελα στη σκηνή τεσσάρων ατόμων,
που κανονικά είναι για δύο
και με την υπόλοιπη ζωή μου να με περιβάλλει,
ακούω τη θάλασσα να βρέχει την ακτή.
Τα κίτρινα φώτα του κάμπινγκ δίνουν την αίσθηση πως παρακολουθείς τον κόσμο
απ’ τα έσω τοιχώματα μιας πελώριας πυγολαμπίδας.
Σκέφτομαι αν το ήρεμο σχετικά κύμα έχει παρασύρει τα λιγοστά απαραίτητα
που ξέμειναν στην παραλία
γλιτώνοντας λίγο αυριανό κόπο.
Σκέφτομαι τα φασολάκια στο ψυγείο στην πόλη,
δεν μπορώ να θυμηθώ ποια μέρα μαγειρεύτηκαν.
Σκέφτομαι τα λουλούδια, που θα ποτιστούν απ’ τα χέρια της μάνας μου
και προσπαθώ να βρω τη θέση του πατέρα σε όλα αυτά.
Δεν έχω ύπνο.
Έχω εξέλθει του κύτους και καπνίζω ξανά.
Η ομπρέλα, οι ψάθες, τα πέδιλα και η σαμπρέλα είναι ακόμη στην ακτή.
Οι άνθρωποι όλο και από κάπου ακούγονται,
αλλά δεν φαίνεται κανείς.
Η θάλασσα συνεχίζει να γλύφει ενώ σαλιώνω άλλο ένα τσιγάρο.

___________________________________________________________________________

Η ώρα είναι 12:00 περίπου, πρωί ή μεσημέρι ή και τα δύο
Το κινητό τηλέφωνο με ενοχλεί στιγμιαία
και ξαναβρίσκει τη θέση του στην αφάνεια.
Ο άνεμος έρχεται απ’ το πέλαγος και με δροσίζει,
ζεσταίνει όμως τη μπίρα και καίει το τσιγάρο πριν την ώρα του.
Η Patti μιλά για γέρους καουμπόηδες, για τα παλιά καφέ της Νέας Υόρκης
και για τους μπιτ.
Μια ώρα αργότερα ∙
ένας Ιροκουά περιφέρει στη θάλασσα το νεκρό σώμα μιας λευκής γυναίκας
τοποθετημένο ανάσκελα στο αυτοσχέδιο κανό του.
Το μικρό αιμάτωμα στο αριστερό μου χέρι λέει πως όλα είναι αληθινά.
Η κυβέρνηση άλλαξε.

___________________________________________________________________________

Οι πόλεις των τουριστών
Η άπνοια
Οι συνεργάτες του ονείρου

Δυο ζεύγη μάτια παιδικά
Ξεναγοί
Μας δείχνουν τα ωραία

Λίγο παρελθόν, λίγη μπίρα και την τεκίλα μου

Θέλω να υπάρξω παντού
χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα.
Ίσως μόνο να μαγνητοφωνούσα τη σιωπή.

Πόσες Πέμπτες έχει ένα καλοκαίρι ρε γαμώ το;

Πρέπει να μεθύσω.
Οφείλω να διαψεύσω τους φόβους μου,
ειδάλλως πουθενά να μην υπάρξω.

Ακούω συνεχώς να καλούν το όνομά μου.

Rustώνη

Αέρινος θίασος υποκλίνεται
σε κάθε νεκρό σημείο τη πόλης
Μηδέν γραμμάρια
Άνεργες οι μηχανές, οι κάδοι
οι τέντες, τα ψηφιδωτά
Ο ουρανός έχει κατέβει
Χελιδόνια γυροπετούν πάνω απ’ τις πολυκατοικίες…
Τι είδους θάνατο και σήψη να κρύβουν αυτά τα κτήρια;
Ο Θεός έμεινε σπίτι
Ονειρεύομαι θάλασσα
και η μπίρα είναι όσο κρύα θα έπρεπε

Ο Θεός κι ο γείτονας (ένα ποίημα για τον Μπουκόφσκι… και τον γείτονα)

Έχω έναν γείτονα που μου θυμίζει τον Μπουκόφσκι
Καθώς παρκάρει άτσαλα χωρίς να νοιάζεται
Κλειδώνοντας την πόρτα του οδηγού
φτύνοντας και κλάνοντας  χωρίς να νοιάζεται
Καθώς παράδοξα διασχίζει το δρόμο,
απέναντι
για το μικρό ισόγειο,
μ’ ένα μπουκάλι αλκοόλ σχεδόν αγκαλιά,
για να ξεβγάλει το βράδυ του

Έχω έναν γείτονα που μου θυμίζει τον Μπουκόφσκι
Δε νομίζω πως του μοιάζει
Μόνο που κρύβει μια καλοσύνη στο βλέμμα
και κάμποση κόλαση να τρέχει πίσω
Μόνο που ο γείτονας μπορεί να σε κρατήσει στη ζωή∙
αν τύχει…
Κι ο Μπουκ το κάνει χρόνια τώρα

Βία ( a taste of )

Κανείς δεν κατεβαίνει στις γειτονιές
Κανείς στην πλατεία, στα προαύλια των σχολείων…
Μόνο  φόβοι και  μνήμες,
περήφανα να διηγούμαστε ∙
σαν να θέλανε να μας σκοτώσουν
μα τους προλάβαμε

Παίζει ένα τραγούδι
Κανείς δεν ακούει

“…we keep diving into the flames
and we can go much deeper…”           χ2

Κανείς δεν ακούει το τραγούδι
Το τραγούδι δεν υπάρχει
Το τραγούδι συμβαίνει

Σε μικρή ακτίνα γύρω όλα συντρίβονται
Βγάζω να γράψω δυο στίχους ∙
να εξασφαλίσω τον αυριανό μου πονοκέφαλο,
να δω τι θα ‘χει απομείνει αύριο απ’ όλα αυτά

 

Δυο μαντινάδες, κάποια ανέκδοτα και ένας επίλογος

Μαντινάδες
*
Στην τσέπη μου έχω πάντοτε γραμμένο ένα στιχάκι
Στο ένα χέρι το στυλό, στ’ άλλο το λαστιχάκι
*
Όσο οι πόρτες θα ΄ν κλειστές και τα σκυλιά λυμένα
Έλλην ο άτρωτος φαλλός θα ψάχνει για υμένα

Ανέκδοτα
*
Ένας Ινδιάνος μπαίνει σ’ ένα μπαρ, τι πίνει;
.
.
.
Δεν υπάρχουν πλέον μπαρ
*
Όλα μου τα ποιήματα είναι ανέκδοτα.
*
Feel free to tag and share

Επίλογος (στον Σπύρο)

Παίξαμε τόσα SOS σ’ εκείνο το τελευταίο θρανίο
που στο τέλος κανείς δεν μας πίστεψε.
[Ο βοσκός την έβγαζε πάντα καθαρή]