Ασάλευτη βροχή

Δυο ειδών αλήτες
σιγομουρμουράν στο κέντρο της πόλης ∙
με τα τσακισμένα δέντρα
και τους τσακισμένους ανθρώπους ∙
τσακισμένους από άγνοια.

Και το κοντέρ να γράφει
Το ταξίμετρο να γράφει
Αυτός ο ταρίφας
είναι πάντοτε λεύτερος ∙
όσους κι αν έχει πάρει στο λαιμό του

Με τα σκυλιά στο κατόπι
Κάπου
Σε κάποιο αδιέξοδο

Με τα παράθυρα ανεβασμένα
Φόβος μέσα σε όνειρο
Όνειρο μακριά από κάθε δόξα
Έρωτας, υποταγή, ελεύθερος
Και όλα να ‘ναι το μόνο που θες

Αψεγάδιαστος
Τσαλακωμένος απ’ το χρόνο
Εσύ

Μίσησε την πόλη
αν σε βοηθά να μην μισείς τον εαυτό σου
Ύστερα
αγάπησέ τα όλα απ’ την ανάποδη

Ξερίζωσε τα λουλούδια
αν χρειαστεί
Κράτα την καρδιά στη θέση της
Οι σπόροι ταξιδεύουν με το ταχυδρομείο
στις μέρες μας

Δεν μπορείς να το αποδείξεις
Πίστεψέ το

Κ

Μάλλον δεν κατάφερα ποτέ
να αποκτήσω μια ηλικία

Είναι απολιτίκ να παίζεις Morrissey
αυτές τις νύχτες;

Ό,τι κι αν έχει συμβεί φτάσαμε ως εδώ

Πάρε ό,τι θες
Μείνε ακέραιος
Μη συμβιβάζεσαι
Εξαργύρωσε τώρα
Ρίχνε πίσω σου λοξές ματιές,
μην παραμυθιάζεσαι
Γίνε κομμάτια
όταν σου δίνεται η ευκαιρία
Κομμάτια για σένα, για κείνη
για κείνον
Γίνε κομμάτια για κάτι
Γίνε κομμάτια για σένα
Ποτέ ξανά μια διάλυση
δεν έφερε τον κόσμο τόσο κοντά

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Καταπίνω το σάλιο μου
και μιλάω για να ακούσω πρώτα εγώ.

έστρωσε κάπως

άστο φίλε, την πάτησα.
κουρασμένος εδώ,
ξεχάστηκα γενικώς.
ούτε καν σου τηλεφώνησα
και μόλις είδα
πως δεν έχω ούτε μια μπίρα

ψάχνομαι

βρήκα ένα λικέρ,
από Βελιγράδι λέει.
το ‘χαν φέρει
κάτι μαθητές από εκδρομή.
το άνοιξα. δουλεύει…
να ένα ποίημα

Ας είμαστε δίκαιοι

[για όλα τα παιδιά που είναι στο δρόμο]

Υπάρχουν μέρη
στα οποία δεν μπορείς να πας ∙
μπορείς μόνο να φύγεις
Δες τα μικρά καφέ,
που ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά του δρόμου
Απ’ την άλλη,
υπάρχουν μέρη που μπορεί να πας
και δεν ξέρεις πώς θα φύγεις
Πεταμένοι τώρα εδώ, στα επείγοντα,
πίνουμε ρούμι
Η Μ. λαμβάνει κορτιζόνη και ορό ∙
ξέρουμε πως όπου να ‘ναι θα γυρίσουμε σπίτι

Δύο ποιήματα για τον Αύγουστο

Αποκατάσταση

Τοποθέτησα τη σήτα στο παράθυρο
της κουζίνας
Το χειμώνα υπομένει σφραγισμένο,
ακαθαρσίες γεμάτο,
το λιγοστό του φως χαρίζοντας άδολα,
αδικημένο και ξέχωρα μοναδικό
Έκανα μπάνιο και ξυρίστηκα,
άνοιξα μια μπίρα ∙
αρχίζω και συνέρχομαι
Ο ουρανός αργοπίνει τις τελευταίες δόσεις
του μπλε,
αυτή την πάντα δύσκολη ώρα,
σε σύγχυση το έξω και το μέσα σου
Το πρώτο αστέρι, τσακ, ανάβει,
λάμπει αχνά
και σχεδόν το πέτυχα στην ώρα του
Δευτερόλεπτα πριν απουσίαζε στη σιωπή του
Να σου κι οι λάμπες του δρόμου,
που αργότερα, κάθε νύχτα,
αιχμαλωτίζουν το βλέμμα μου
(το ρήμα εδώ στην αρνητική του και μόνο
διάθεση, καμιά γοητεία)
Γεμίζω το ποτήρι μου
Γράφω σκουπίδια
Γεμίζω τη λευκή κόλλα
Επανήλθα (λογικά…)
Το πόδι ενός κρεβατιού, ξύλινο ξεπροβάλει
πίσω απ’ την κουρτίνα στο απέναντι παράθυρο,
καθώς ο αέρας απαλά την χορεύει,
κι αυτό θυμίζει μιας γυναίκας το πόδι γυμνό
Είναι απ’ αυτά τα χαζά παιχνίδια
που παίζουν τα σχήματα το καλοκαίρι
Οι νυχτερίδες ξεμύτισαν,
τα χελιδόνια μαζεύονται
Στα μπαλκόνια κίνηση και
φώτα, φώτα, φώτα
Μικρές τετράγωνες πραγματικότητες
Τσεκάρω τις πρώτες αράδες ενός βιβλίου,
που φτάνω στο τέλος του
και το κλείνω ξανά
Κατεβάζω τη μπίρα μου,
γιατί σε δυο λεπτά θα ‘ναι κάτουρο ∙
καλοκαιράκι
Ο Αύγουστος διασύρεται στα ποιήματα
εδώ και βδομάδες,
τώρα όλα τρέχουν,
το δίκτυο καλπάζει
Διακοπές τον Αύγουστο
Ο σκύλος στην ταράτσα βασανίζεται,
μαζί κι ο φοίνικας δίπλα του, γερμένος στο κάγκελο
Λουλούδια πλαστικά κοσμούν τα καφέ
στο κέντρο της πόλης
και άδεια μπουκάλια μπύρας
και αποτσίγαρα
ό,τι κείτεται εκτός αυτής
Ας επανέλθουμε κύριοι, και κυρίες
(λογικά)

23/07/20

Φλέγεται ο Αύγουστος στην πόλη

Πολλά τα σημεία ή τα σημάδια
αν θες,
σε μια ευθεία που δεν οδηγεί πουθενά
Μια νυσταλέα πορεία στα σίγουρα,
ένας ύπνος βαθύς και ύπουλος
Η βραδιά είναι σχεδόν κατανυκτική
Υποβόσκουν
όσα κανείς μπορεί να φανταστεί ∙
το χρήμα δεν ανταλλάσσεται,
πληρώνεται έξτρα, για την απουσία
ή τη συμμετοχή στο έγκλημα
Θα διάλεγα πάλι μια Κυριακή
για να πω πως κάτι δεν υπάρχει,
αλλά και οι μέρες μας διαλέγουν ∙
γιατί όχι,
αφού κι εμείς το σκοτάδι ποθούμε
Τέλος πάντων, ο πάγος δεν σπάει ,
λιώνει σαν το κερί που μόλις άναψε
Η βραδιά ξετυλίγεται,
τα δώρα σκίζονται με λαχτάρα,
απλά λιγοστεύουν
Κλωτσάς το κουβάρι…
Πάρε μια διακλάδωση,
δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει

01/08/20

Κρέμες ενυδάτωσης και αντεργκράουντ

Ό,τι ορίζεται πεθαίνει
Ό,τι αυτοορίζεται αυτοκτονεί
Έτσι πάει
Ετοιμάσου
Μουσική, ναι
…στο άπειρο
θα κυλήσει η νύχτα…
πάει
Βάλε ένα τραγούδι ακόμη,
ακόμη και τώρα
ύστερα απ’ τον ορυμαγδό γονατισμένος
Καλημέρισε τους κάδους
και τις γάτες,
τα τσιμέντα
Βάλε το τραγούδι και πήγαινε,
κι ας είναι τραβηγμένο απ’ τα σκοτάδια
κάποιου νεκρού κύματος ∙
ήταν γραφτό να ξημερώσει
Κανείς δεν σε ελέγχει,
όλα έχουν καταργηθεί
Τα άσυλα της Κυριακής,
η μάταιη πορεία στο αύριο,
το σύνταγμα,
τα ριγγατόνι Αντόνιο
σε σάλτσα ροκφόρ, σβησμένα με βότκα
Βάλε ένα τραγούδι κι άστο να παίξει
Ετοιμάσου
Κανείς δεν θα σε μισήσει περισσότερο
και η κάμαρα θα βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι

Τρέξαν οι μέρες Και γέμισαν πρέπει

Σπρώχνω το μυαλό και το σώμα μου
Στο μαξιλάρι
Στη δουλειά
Στο μπαρ (σκατά)
.
.
.
Στην πρόβα για μια παράσταση
Που δεν βρίσκει σανίδι για να σταθεί

Θέλω να μείνω σπίτι
Κι αλίμονο μου αν αυτό σαν μήνυμα περαστεί

Τα παιδιά
Μου λείπουν τα παιδιά
Να με κρίνουν γι’ αστείο
Και να γελώ
Μες στην ασχήμια μου
Με τα αξύριστα γένια
Και το κουρασμένο μου πρόσωπο
Να σε ρωτάω
Κρυώνεις ;

Όταν έρχεται
Το ποίημα
Το τρένο
.
.
.
Το ψιθύρισμα
Ακόμη κι ο άνεμος
Που τα φύλλα χορεύει και σε κάνει να ριγείς
Ξέρεις πως δεν υπάρχει απάντηση
Αλλά τώρα μπορείς
Να στρίψεις ένα ακόμη τσιγάρο
Και να τραβηχτείς στην κρεβατοκάμαρα

Δύο ποιήματα

Το κουφάρι μιας εποχής

Καμιά θυσία δεν πληρώνεται
με χρήμα
Ξανά
και ξανά
η μάζα υποκύπτει στην αρχή
Τι χάθηκε πραγματικά,
τίποτα δεν θα δείξει
και ξέρεις
πως πίσω είναι μονάχα ό,τι έσπειρες
και πως ό,τι ευκόλως εννοείται παραλείπεται
Τα στεφάνια φέτος είναι από χαρτί,
τα πιο όμορφα που ‘χω δει,
αν με ρωτάς,
κι η ζούγκλα παραμένει ανοιχτή για το κοινό.

Είναι αυτό που είναι

Τα παράθυρα σκοτεινά,
κλειστά τα περισσότερα
Κοιμούνται όλοι;
Η κόρη μου με ρωτά
Είμαστε αφύσικη οικογένεια;
Χαμογελά με ικανοποίηση
χωρίς να παίρνει απάντηση
και αργά αποτραβιέται νοιώθοντας τον θρίαμβο
Πίνω ό,τι απέμεινε απ’ το τσίπουρο
στο ποτήρι
και κρατάω το παγάκι στο στόμα μου

Καν-Ντυ ή Πρωτομαγιά στον Άρη

Θέλω να ντυθώ ένα μαύρο φανελάκι
κι ένα σκούρο καλοκαιρινό πουκάμισο
με ξεκούμπωτο το τελευταίο πάνω κουμπί ∙
τα μαύρα μου γυαλιά
κι ένας αέρας απαλός να με φυσά στο στήθος
ψιθυρίζοντας τα λόγια του
ενώ καπνίζω πίνοντας μια μπίρα,
κοιτώντας τα χέρια μου
από αίμα και μελάνι
και σίδερο
Αν πρόκειται απλώς για μια και μόνο βουτιά
καμιά θάλασσα δεν με συγκινεί
Βρέθηκα μόνος χιλιάδες φορές πριν το τέλος
του κόσμου
και το πόσο λάθος υπήρξα για τα δικά τους μυαλά
εγγυάται την ελευθερία μου
Η απόσταση που τώρα δεν διανύεται
είναι μια ακόμη ξεδιάντροπη διαπίστωση
της θέσης μας