Σπασμωδία [ένα εκτενές ποίημα/προϊόν απόσταξης]

(μικρό απόσπασμα)

«Είναι μια Κυριακή όχι τόσο συννεφιασμένη, όμως πέρα για πέρα άχρωμη. Ο αέρας είναι απ’ αυτούς που σε τρυπάν ύπουλα στα πλευρά, προκαλεί αναστάτωση, τσακίζει τις πρασινάδες και μαζί την ψυχή σου, που δεν ήθελε και πολύ, και είσαι μόλις στο πρώτο τσιγάρο της μέρας. Καθώς τα σύννεφα πυκνώνουν και γκριζάρουν και η βροχή σεβαστικά αρχίζει να σιγοντάρει, ένα βουνό πλησιάζει την πόλη. Ένα αχνό μακρινό φως του χαρίζει μια ανταύγεια ζωής, χρώμα του φθινοπώρου στα τελευταία του, του χαλκού. Μια πόλη πλησιάζει τη μέρα, ένας κόσμος τη γέννηση, μια νύχτα πλησιάζει το άγνωστο, ένα αστέρι το τέλος του. Η βροχή δυναμώνει. Θα λουστούμε στο φως ή στο πετρέλαιο ή και στα δυο.»

Η ¨Σπασμωδία¨ ξεκίνησε να γράφεται με τη μορφή ημερολογίου παράλληλα με την έναρξη της δεύτερης περιόδου των απαγορεύσεων (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), λόγω της πανδημίας κατά το έτος 2020. Αυθόρμητα και αναπόφευκτα κύλησαν μέσα του σημειώσεις από την ανάλογη περίοδο που είχε προηγηθεί (Μάρτιος-Μάιος). Ύστερα οι ημερομηνίες χάθηκαν. Έτσι κι αλλιώς ο καθένας βίωσε όλη αυτή την ιστορία στον δικό του χρόνο, γνωρίζοντας μόνο ο ίδιος το κόστος και την προσπάθεια που καλέστηκε να καταβάλλει.

Ολόκληρο το ποίημα εδώ : https://issuu.com/margiabill/docs/_-_-_1

-Καυτό Γυαλί-

Το άλμπουμ ¨Καυτό γυαλί¨ είναι κάποια ποιήματα που ταξίδεψαν τριακόσια και κάτι χιλιόμετρα, για να συναντήσουν το νέο τους σώμα και όση απ’ την ψυχή τους έλλειπε. Τα εφτά κομμάτια ηχογραφήθηκαν στο Home Studio του Γιώργου Γιαννόπουλου και της Αθανασίας Αγραφιώτη στη Λάρισα. Οι μουσικές συνθέσεις είναι του Γιώργου, που συμμετέχει και ερμηνευτικά στο άλμπουμ, ενώ η κυρίως ερμηνεία της Αθανασίας. Τα ποιήματα είναι του Βασίλη Νικολόπουλου.

¨Είναι καυτό γυαλί,
όταν όλα είναι εκεί
και δεν νιώθεις τρόμο
Η αγάπη είναι καυτό γυαλί ∙
και η συνέχεια, συνέχεια,
συνέχεια¨

Το άλμπουμ στο bandcamp

https://georgegiannopoulos.bandcamp.com/?fbclid=IwAR1SBYg73unJjFSEdldBWeXxxAyl6YiQv8tYBtsR5PVdnRG8NsrUxFWqa8g

στον Chet Baker

Είμαι φευγάτος, χιλιάδες μίλια μακριά
και τίποτε δεν μου ανήκει
Σφίγγω τα μάτια, πλημμυρισμένος,
τόσο γεμάτος απ’ την απλότητα της αγάπης, καμιά φορά

Η ευτυχία είναι στιγμές
Η δυστυχία επίσης
Η κατάσταση… σαθρό υπόστρωμα
Το γάλα στη λήξη του

Τα ζωντανά αρμέγονται στην ώρα τους
Δεν διατρέχω κανέναν κίνδυνο
καθώς όλο και φεύγω, απομακρύνομαι
χωρίς να το κουνάω ρούπι απ’ την θέση μου

Σ’ αυτή την καρέκλα του σκηνοθέτη,
δική μου, δική σου
Τζιτζιφιές, Πετράλωνα, Εξάρχεια, Αγρίνιο ∙
υπεραστικό δρομολόγιο, μόνιμο, επιστροφής

Τι θλίψη και αλητεία στην πόζα του ο ποιητής!
Κι ο κόσμος να μη λέει ν’ αλλάξει
Τι πόλεμοι, και ταραχές και μοιχεία
και μεταγγίσεις, κι ο κόσμος να λέει κάνε ησυχία, σσσσς…

Η αργκό μιας παρέας,
όπως τη φέρνει το απαλό βραδινό αεράκι, μου μυρίζει σκατά
Το ανθρώπινο μυαλό βολοδέρνει σαν μπάλα σε αμερικάνικο
με τις τρύπες βουλωμένες, λύματα να ξεχειλίζουν, σκατά και τερατογένεση

Το να προχωρείς, ορίζεται ως η απόσταση απ’ το ‘να λάθος στο επόμενο
Όσου να μάθεις επαναλαμβάνεις, ύστερα προχωρείς,
εξόν κι αν είναι πια αργά
Μοιάζει ο άνθρωπος, πια, λάθος της φύσης

Α, πώς ξεφεύγει κανείς, καμιά φορά!
Ο ήχος τρυπάει το σκοτάδι
Η φαντασία τρυπά το χαρτί, συγκρούονται όλα
Ένα αστέρι πέφτει, έπεσε κιόλας, τι να προλάβεις να πεις;

¨Ο Ήλιος δύει σε πύρινα χρώματα¨

Στο ημίφως του δωματίου, η ζωή
παριστάνει τον ακίνδυνο γίγαντα
Καθιστικό, μπαρ ή κάμαρα
το δωμάτιο είναι ο χώρος, συγκεκριμένα το όριο,
καμιά διαφορά δεν έχει, ο χρόνος μόνο αλλάζει
Έξω, καυτός, κυβερνά ο άνεμος ∙
απ’ τα βάθη της γης ή των αιώνων, απ’ τα ανθρώπινα βάθη
Ο χάρτης ριγμένος στη φωτιά,
το ταξίδι συνεχίζεται, λιμάνι κι απολογισμός
¨Ο Ήλιος δύει σε πύρινα χρώματα¨
Διττή, αυτή η σκέψη,
φράση μπηγμένη στην καρδιά αυτού του καλοκαιριού
Γαμημένη ύπαρξη!
Τετριμμένο κόλπο
Βρισκόμαστε εκεί,
όπου ο περαστικός στρέφει το βλέμμα του αριστερά,
πριν το τέλος του δρόμου,
μορφάζει ή αδιαφορεί,
φτύνει ενίοτε απ’ το κατεβασμένο τζάμι του παραθύρου του,
το όριό του, και χάνεται
Παίρνει να νυχτώνει
Οι Μοίρες μας περιπαίζουν,
χλευαστικά στέλνουν μηνύματα, από πόρτα σε πόρτα
Υπερασπιζόμαστε κάθε χαμένη αιτία,
μέχρι που ο ιδρώτας μουσκεύει το σώβρακο
Γεμίζουμε ξανά το ποτήρι,
να επιστρέψουμε σαν άνθρωποι

Το ασανσέρ

Απομακρυσμένος απ’ τη γη, χρόνια ολόκληρα,
χαμένος μεταξύ ορόφων,
απ’ το μικρό άνοιγμα στο τζάμι, η εποχή φτάνει
με λάθος δρομολόγιο
Είναι λογικό,
όταν μπορείς να ανταλλάξεις χιλιάδες απόψεις
κι ούτε μια κουβέντα
Δεν μπορεί, ας πούμε, όταν μιλάς για θάνατο
να λες, έχουμε κι αυτόν
Αυτόν έχουμε ∙
σου ‘λεγα, η ζωή δεν μαθαίνεται,
κι εσύ εκεί,
να, εδώ τα γράφει όλα

Ρωτάς, ρωτάς;

Ρωτάς
αν θέλουμε να μπερδέψουμε τον κόσμο,
αν θέλουμε να ξεμπερδεύουμε με δαύτον
Ρωτάς,
πού είστε;
Λέω, πως απόψε δεν μ’ ενοχλεί το φως,
ούτε και κάποια άλλη αιτία
Έτσι,
σαν να χαϊδεύεται από πέπλα το φεγγάρι απόψε,
κάνει όλη τη δουλειά ∙
κι εγώ συνεχίζω να πίνω το ουίσκι μου
Τα πόδια μου με συντροφεύουν για την ώρα
κι αυτό είναι το μόνο που θέλω να ξέρω
Θα ‘ρθει η ώρα που θα υπάρξουμε ∙
φρόντισε να ρωτάς

(πρώτη απόπειρα σε χαϊκού)

(της πόλης)

ακινησία
άχαρη μάσκα, σκληρή
μεθάς, ραγίζει

μια μύγα πετά
παιδί τρίζει τα δόντια
τα γράφεις όλα

σκυλίσια μάτια
απόγευμα στην πόλη
ο ήλιος πέφτει

με πόνο εμείς
στη ζωή εκβάλλουμε
είπε : έξοδος

όπως συνέβη
ακριβή η ευθύνη
νίκη και ήττα

μυρουδιά νύχτας
καλοκαιρινή φύση
λάμπα του δρόμου

στην άσφαλτο πέφτω αναίσθητος
κοχύλι στην έρημο
θάλασσα ταξιδεύει στον άνεμο

…Είναι ένα καζάνι που βράζει
Μαγικές σφαίρες ταξιδεύουν και χάνονται, διαρκούν όλα τόσο ελάχιστα
Η φωτιά επιμένει…
…Όσες φορές κι αν αθετήσεις μια υπόσχεση
έχε στο νου σου ν’ αφορά μόνο εσένα…
…Θαυμάζεις ένα σπίτι, στο οποίο δεν θα ζήσεις ποτέ
Μπορεί να υπάρχει και μόνο στο μυαλό σου
Είναι ένα όνειρο, το ίδιο ακριβώς

Ίσως ξεχνούσα την προηγούμενη μέρα,
το λάδι των Αγίων,
το βαμβάκι με το αίμα απ’ τη σπασμένη μου μύτη,
καθώς ξεχρέωνα τα δανεικά μου στον ήλιο,
το άγρυπνο βλέμμα, καθώς σε κατάσταση απουσίας

VAT 69 ή ακούω τη βροχή απ’ τα ηχεία


Μια σκιά η επανάσταση, πηγαινοέρχεται έξω απ’ το παράθυρο
Χάνω τον στίχο, μα δεν χάνω το ποίημα
Ας ρίξουμε μια φωτοβολίδα
Για όλους τους ανθρακωρύχους σ’ αυτή τη γη
Μια προσφώνηση σχεδόν χαϊδευτική
Να σε αποκαλεί κάποιος ¨σκουλήκι¨
Είναι η ειρωνεία που κυνηγά τη ζωή
Είναι η επιλογή να ζεις, να εμπιστεύεσαι
Είναι η νύχτα που κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί με εικασίες
Που κανείς δεν μαρτυρούσε αν μέσα του υποφέρει
Είναι η ώρα που οι λέξεις απέκτησαν χρώμα και το φως αντανάκλαση
Συνεχίζουμε να πίνουμε για ό,τι μας στερούν και ό,τι έχουμε κερδίσει
Είναι μια ομοβροντία στον ουρανό, με τους σιγαστήρες βιδωμένους στα όπλα
Μια εποχή που τ’ ανταλλακτικά είναι σε έλλειψη
Η έλλειψη είναι ο κρίκος που συνδέει την αλυσίδα
Μπορείς πάντα να αγοράσεις μια τρύπα, είναι ότι πιο φθηνό κυκλοφορεί στην αγορά
Τυλίγω στις φλόγες τον καλύτερο εαυτό μου για να ζεστάνω το σώμα σου
Το μυαλό σου από ώρα ταξιδεύει, από πάντα
Είναι η επιλογή του να ζεις, να εμπιστεύεσαι
Ρυθμίζεις την αναπνοή
Ο χρόνος μετρά σε όλους τους πιθανούς ήχους
Είναι πάντα μια ιστορία που ξοδεύει τους αιώνες κι ένας ανύπαρκτος ήλιος στην αυγή μιας μέρας
Κι όμως ήταν τόσο όμορφα εκείνα τα πρωινά, που το νεκρό σώμα του τρωκτικού έλειπε απ’ το σοκάκι
Κι αναρωτιέμαι ¨άραγε το σπίτι εκείνο θα μένει όρθιο για καιρό; Ποιος κατοίκισε τις μέρες του;¨