Το ασανσέρ

Απομακρυσμένος απ’ τη γη, χρόνια ολόκληρα,
χαμένος μεταξύ ορόφων,
απ’ το μικρό άνοιγμα στο τζάμι, η εποχή φτάνει
με λάθος δρομολόγιο
Είναι λογικό,
όταν μπορείς να ανταλλάξεις χιλιάδες απόψεις
κι ούτε μια κουβέντα
Δεν μπορεί, ας πούμε, όταν μιλάς για θάνατο
να λες, έχουμε κι αυτόν
Αυτόν έχουμε ∙
σου ‘λεγα, η ζωή δεν μαθαίνεται,
κι εσύ εκεί,
να, εδώ τα γράφει όλα

Ρωτάς, ρωτάς;

Ρωτάς
αν θέλουμε να μπερδέψουμε τον κόσμο,
αν θέλουμε να ξεμπερδεύουμε με δαύτον
Ρωτάς,
πού είστε;
Λέω, πως απόψε δεν μ’ ενοχλεί το φως,
ούτε και κάποια άλλη αιτία
Έτσι,
σαν να χαϊδεύεται από πέπλα το φεγγάρι απόψε,
κάνει όλη τη δουλειά ∙
κι εγώ συνεχίζω να πίνω το ουίσκι μου
Τα πόδια μου με συντροφεύουν για την ώρα
κι αυτό είναι το μόνο που θέλω να ξέρω
Θα ‘ρθει η ώρα που θα υπάρξουμε ∙
φρόντισε να ρωτάς

(πρώτη απόπειρα σε χαϊκού)

(της πόλης)

ακινησία
άχαρη μάσκα, σκληρή
μεθάς, ραγίζει

μια μύγα πετά
παιδί τρίζει τα δόντια
τα γράφεις όλα

σκυλίσια μάτια
απόγευμα στην πόλη
ο ήλιος πέφτει

με πόνο εμείς
στη ζωή εκβάλλουμε
είπε : έξοδος

όπως συνέβη
ακριβή η ευθύνη
νίκη και ήττα

μυρουδιά νύχτας
καλοκαιρινή φύση
λάμπα του δρόμου

στην άσφαλτο πέφτω αναίσθητος
κοχύλι στην έρημο
θάλασσα ταξιδεύει στον άνεμο

…Είναι ένα καζάνι που βράζει
Μαγικές σφαίρες ταξιδεύουν και χάνονται, διαρκούν όλα τόσο ελάχιστα
Η φωτιά επιμένει…
…Όσες φορές κι αν αθετήσεις μια υπόσχεση
έχε στο νου σου ν’ αφορά μόνο εσένα…
…Θαυμάζεις ένα σπίτι, στο οποίο δεν θα ζήσεις ποτέ
Μπορεί να υπάρχει και μόνο στο μυαλό σου
Είναι ένα όνειρο, το ίδιο ακριβώς

Ίσως ξεχνούσα την προηγούμενη μέρα,
το λάδι των Αγίων,
το βαμβάκι με το αίμα απ’ τη σπασμένη μου μύτη,
καθώς ξεχρέωνα τα δανεικά μου στον ήλιο,
το άγρυπνο βλέμμα, καθώς σε κατάσταση απουσίας

VAT 69 ή ακούω τη βροχή απ’ τα ηχεία


Μια σκιά η επανάσταση, πηγαινοέρχεται έξω απ’ το παράθυρο
Χάνω τον στίχο, μα δεν χάνω το ποίημα
Ας ρίξουμε μια φωτοβολίδα
Για όλους τους ανθρακωρύχους σ’ αυτή τη γη
Μια προσφώνηση σχεδόν χαϊδευτική
Να σε αποκαλεί κάποιος ¨σκουλήκι¨
Είναι η ειρωνεία που κυνηγά τη ζωή
Είναι η επιλογή να ζεις, να εμπιστεύεσαι
Είναι η νύχτα που κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί με εικασίες
Που κανείς δεν μαρτυρούσε αν μέσα του υποφέρει
Είναι η ώρα που οι λέξεις απέκτησαν χρώμα και το φως αντανάκλαση
Συνεχίζουμε να πίνουμε για ό,τι μας στερούν και ό,τι έχουμε κερδίσει
Είναι μια ομοβροντία στον ουρανό, με τους σιγαστήρες βιδωμένους στα όπλα
Μια εποχή που τ’ ανταλλακτικά είναι σε έλλειψη
Η έλλειψη είναι ο κρίκος που συνδέει την αλυσίδα
Μπορείς πάντα να αγοράσεις μια τρύπα, είναι ότι πιο φθηνό κυκλοφορεί στην αγορά
Τυλίγω στις φλόγες τον καλύτερο εαυτό μου για να ζεστάνω το σώμα σου
Το μυαλό σου από ώρα ταξιδεύει, από πάντα
Είναι η επιλογή του να ζεις, να εμπιστεύεσαι
Ρυθμίζεις την αναπνοή
Ο χρόνος μετρά σε όλους τους πιθανούς ήχους
Είναι πάντα μια ιστορία που ξοδεύει τους αιώνες κι ένας ανύπαρκτος ήλιος στην αυγή μιας μέρας
Κι όμως ήταν τόσο όμορφα εκείνα τα πρωινά, που το νεκρό σώμα του τρωκτικού έλειπε απ’ το σοκάκι
Κι αναρωτιέμαι ¨άραγε το σπίτι εκείνο θα μένει όρθιο για καιρό; Ποιος κατοίκισε τις μέρες του;¨

Τώρα η ζωή

απέκτησε την ομορφιά αυτή

που αποκτά κάτι όταν λείπει

Να επιστρέφεις

μ’ ένα γερό πιόμα και μια αναπνοή

που να εξοντώνει κάθε ελπίδα

Ο μόνος

που μπορεί να σε δικάσει είσαι εσύ

Ζήσε για ένα καλύτερο άλλοθι

¨Μια Άλλη Κυριακή¨

[…ναι, θα βρεθούμε σ’ ένα μπαρ που δεν θα υπάρχει,

θες να το λέμε “Bluebird” ;]

¨Μια Άλλη Κυριακή» [ -Αφανίζοντας ύπουλα τη Νύχτα- ¨Αγαύη¨ (Αγρίνιο 2019) ] Σύνθεση/παραγωγή/ερμηνεία – Γιώργος Γιαννόπουλος Στίχοι – Βασίλης Νικολόπουλος

να αφήνεις τα λάθη μες στα ποιήματα

Το πνεύμα της πόλης

κείτεται σε κάποιον πεζόδρομο ∙

γύρω σκοτωμένα καθίσματα

Αν υπάρχει ορίζοντας

εκεί που συναντιούνται τα κτήρια ή οι σκιές τους

είναι πάντα  μια λέξη

χίλιες εικόνες

ok

Με δυο περιόδους σε καραντίνα και υπολογισμούς ημερολογίου βάσει σχολικού έτους, η σχέση πέρυσι / φέτος και αντίστροφα μοιάζει με γρίφο. Σαν πρωινή βόλτα μες στο καταχείμωνο, μια οποιαδήποτε μέρα, ίσως με όραμα αλλά χωρίς σκοπό. Όλα αυτά τα εγκαταλειμμένα κτήρια απ’ τη μία και όλοι αυτοί οι εγκαταλειμμένοι άνθρωποι απ’ την άλλη. Άυλα εμπόδια στο δρόμο της επιστροφής, που δεν θα μαρτυρούσε το τέλος μιας επανάστασης, μα αυτή τη μαγική ένωση με τη ζωή που σε θέλει ξέγνοιαστο. Το μαγαζί μάντρα, με τις αντίκες στην εθνική οδό. Μνήμες απ’ το Μοναστηράκι επιστρέφουν, απ’ τα δισκάδικα και τις ταβέρνες με τη μυρουδιά του ούζου να υγραίνει τον απαλό αέρα, το καφέ 59 ή 49 ή 1009 δεν έχει σημασία, που βγάζαμε τα μεσημέρια λιωμένοι στο πατάρι του, χαζεύοντας την κίνηση στο δρόμο κάτω. Δυο φίλοι στο φανάρι που γύρισαν απ’ το νησί για το χειμώνα. Ο περιμετρικός που μπορεί να φιλοξενήσει οποιονδήποτε μέχρι να τον ξεράσει στην άβυσσο του τυχαίου. Τα αδέρφια που ζουν ακόμη σαν χίπηδες, νομάδες ή μύστες, με το τροχόσπιτο έξω απ’ το παράξενο σπίτι και τις κότες και τα σκυλιά, το γρασίδι, τα αγριόχορτα και τις καλαμιές. Η γειτονιά των πρεζάκιδων, πιο πάνω, ένα σκυλί που στέκει σαν άγαλμα. Τα πρώτα δόντια που πέφτουν, τα κορίτσια που γίνονται γυναίκες, η ζωή που ξεπετάγεται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εμείς αντιμέτωποι με το θάνατο. Τα επιδόματα που θέλουν πάλι την έγκρισή μας και όλα αυτά τα χαρτιά ξανά και ξανά, σάμπως κι υπήρχε περίπτωση να τ’ αρνηθούμε. Μα ναι, πρέπει να θυμάσαι πως σου δίνουν και σου δίνουν. Τι; ¨Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον…¨. Ναι, αλλά όχι έτσι παιδιά. Εμείς την ελευθερία μας θέλουμε. Να βρεθούμε και να μιλήσουμε, να κοιταχτούμε στα μάτια, να σταματήσουμε να γράφουμε μηνύματα που χάνονται, για τις ανασφάλειές μας και τις ενοχές και τους φόβους μας. Να ζεσταθούμε σ’ ένα μπαρ γεμάτο από χνώτα αλκοολικά. Τα πουλιά μοιάζουν αναποφάσιστα. Απ’ το νότο στο βορά και πάλι πίσω. Μερίδες αίματος, συσσίτια, υπερβολές, καινούριοι δρόμοι που περιμένουν απάτητοι. Σκεφτόμουν σήμερα το οτοστόπ στην εθνική οδό, μέχρι που με κούρασε αυτός ο απόηχος της κίνησης. Σκέφτηκα τους μπιτ συγγραφείς, τα λεφτά των ταμείων που πήγαν στο βρόντο. Οι τοπικοί άρχοντες επιβλέπουν τα νέα έργα στην πόλη, εσύ δεν έχεις ανάσα, τα βυτία ξεφορτώνουν πετρέλαιο με τη σταγόνα, οι μετρητές γράφουν, κατανάλωσε, πιες, φάε, ζήσε ρε μαλάκα, ορίστε. Βάλε και κάνα τραγούδι, μέχρι το βράδυ θα ‘χει γεμίσει το κεφάλι, θα δεις.