Ώσπου οι φωνές να αποκτήσουν στόμα

Για κάθε πρωινό που προσπαθείς να αναγνωρίσεις το σώμα σου
και κάθε νύχτα που σ άφησε ανέραστο
Ώσπου οι φωνές να αποκτήσουν στόμα
και η μέρα να εξοικειωθεί με τη σιωπή
Για όσα κενά αναπληρώθηκαν με νικοτίνη
και όσα δεν ζήσαμε χωρίς δισταγμούς και μετριότητες
Αφέσου
Όσοι σ αγάπησαν μπορούν και νιώθουν ∙
πως μια δικαιολογία είναι πάντα λάθος,
πως οι φλόγες πάντα προηγούνται της κολάσεως

Advertisements

Τόλμα να κλέψεις μια άνοιξη (μικρή συλλογή)

Ι

Αν δεις να φεύγουν τα πουλιά
άσε ένα κομμάτι σου να φύγει μαζί τους μακριά
Τους ανθρώπους αν δεις να φεύγουν μην επιμένεις,
κράτησε ό,τι με άνοιξη σου μοιάζει

ΙΙ

Έχω ένα σπίτι φυλαγμένο μακριά
έξω απ τον κόσμο
με δυο παράθυρα να βλέπουν μες ΄ τα μάτια σου.
Έχω μιαν άνοιξη κρυμμένη στη σελήνη
που ανθίζει νύχτα
απ τα υγρά σου ποτισμένη.
Έχω τραγούδια
στις τσέπες του παλτού μου κρατημένα
κι ανάμεσά τους ένα βαλς της ενοχής.
Έχω ένα πιάνο στη σοφίτα καρφωμένο
που κι οι χορδές του γουργουρίζουν το όνομά σου.
Και δυο απλίκες κόκκινες
σε φόντο μαύρο
να φωτίζουν τη σιωπή
(το χρόνο να σμιλεύει ωσότου να φανείς).

ΙΙΙ

Έχω μια πόρνη σχεδόν ακίνητη
με τις πληγές της ανοιχτές,
που πίστεψε στον έρωτα μόνο την πρώτη φορά.
Έχω μια σπίθα που με καίει
μα δε ακούω καν τι θέλει να μου πει.
Έχω μια γνώση μα δεν με πιστεύω.
Έχω ανάγκη μια προσευχή.
Έχω μια μάνα που ακόμη πιστεύει σε ‘μένα
και δυο σκυλιά που αγνοούν την ύπαρξη μου.
Έχω έναν κήπο που περιμένει την άνοιξη
και μια ματιά να συμμαζεύει το κενό.
Περίσσεια η δύναμη που με καθήλωσε
κι απόψε.
Θα προσπαθήσω για όλα.

ΙV

Επιρρεπείς στον φόβο και την άνοιξη
Ευάλωτος σαν σε ταξίδι στον χρόνο
Υποταγμένος στην ανωτερότητα του φιλιού σου
Φτάνω στην πόρτα σου
Το ξέρω πως θα με δεχτείς
Με λυπάσαι χρόνια τώρα

V

Οι τζαμπατζήδες απόψε μας απέφευγαν,
αυτοί ξέρουν.
Ήρθαν αργότερα άνθρωποι κακοί,
φρικιά, αλκοολικοί ερωτιάρηδες, πλούσιοι φτωχοί,
φτωχοί πλούσιοι.
Μιλήσαμε ∙
τίποτα δεν άλλαξε.
Η ζωή συνέχισε να εμπνέει.
Η άνοιξη ινκόγκνιτο να κρυφοκοιτά απ’ τον φεγγίτη.

VI

Κοντεύει έξι.
Ξημερώματα και τίποτα δεν δείχνει να βγάζει νόημα.
Μόνο τα παιδιά,
που στα δωμάτιά τους μεγαλώνουν
γεννώντας άνοιξη.

Χαμένοι στο ζύγι

Απατημένοι από μιαν εποχή
και από τα φώτα των δρόμων,
αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα
να περιπαίζουν τον ίσκιο μας,
για μια χαμένη συγκίνηση
πως ταξιδέψαμε
και πως ακόμα γυρνάμε,
μα δεν αλητεύουμε μακριά
και μέχρι τα μάτια να κάψουν ρωτάμε

Εμείς
Κανόνας κι εξαίρεση
Ποιος να ‘ναι πιο τρομερός

Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν ένα καινούργιο τέλος

Οι μέρες θα μοιράζονται σε καλές κακές
Οι νύχτες θα ξεριζώνονται καρφώνοντας κάποιο χέρι
Οι έρωτες θα ζυγίζονται μυστικά με ακρίβεια
Η ασφάλεια πάντα θα πέφτει
Οι πτέρυγες όλων των υπέροχων κτιρίων θα συνεχίσουν να είναι γεμάτες
Το φως θα έχει σχήμα

Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν μια καινούρια αρχή

Κανόνας κι εξαίρεση

Το σπίρτο ( Μια φορά )

Το ‘φερα στα τρία μου δάχτυλα,
αυτά τα κατάλληλα για του σταυρού το σημείο.
Έσυρα το πρόσωπό του στην άγρια πλευρά
της σύντομης ύπαρξης του, που είχε ήδη αποδεχτεί
κι αφού έκαψα πρώτα το εν λόγω σημείωμα
άναψα με την ίδια φωτιά το τσιγάρο που μου χρωστούσε.
Η νύχτα έσερνε το βήμα της.
Το ρολόι στον γνώριμο μονότονο σκοπό του.
Όλα να βιάζουν τη φύση μας ∙
ακόμα κι εσύ να αρνείσαι
να μ’ αντικρίσεις χωρίς τον καθρέφτη ανάμεσά μας.
Ελάττωμα η κάθε απόλαυση.
Δεν ξέρω αν μου ‘χουν μείνει άλλες δυνάμεις
πέρα απ’ αυτά τα δυο λόγια,
που ανίκανος στάθηκα να αφανίσω,
μα κάνε μου τη χάρη …………….
για ό,τι θα ‘θελες να δεις να καίγεται.

Stop

Στο δρόμο που πετάω το τελειωμένο μου τσιγάρο
καθ’ οδόν για τη δουλειά
δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα.
Είμαι πάντα αυτός που σταματά καθώς διασταυρώνεται.
Είναι πάντα ένα σπίτι παλιό, καλοφτιαγμένο
δυο μαγαζιά που πουλάν υποσχέσεις
κι ένα τρίτο που ζυγιάζει τα βάρη του κόσμου.
Κανείς δεν κοιτάζει το δρόμο
και κανείς δεν του μοιάζει.
Πετάω το αποτσίγαρο κι ανεβάζω το τζάμι.
Πιο κάτω…
Μυαλά που σταλθήκαν για καλούπωμα
επιστρέφουν στην αρχική τους μήτρα
πασχίζοντας άτσαλα να βρουν που ανήκουν.
Δε νοσταλγώ στιγμή.
Αν σταθώ τυχερός θα βρω τη θέση μου
ανάμεσα στα παρκαρισμένα κιβώτια
που μεταφέρουν τον πλούτο της γης.
Αυτά τα κορμιά που οργιάζουν χωρίς ίχνος ∙
μόνο σκουπίδια.
Θα στάξω σταγόνες στα μάτια μου
για να με βλέπεις καλύτερα
γιατί βαρέθηκα να σου λέω ¨όλα καλά¨
θα πάρω τον χρόνο μου
και θα μπω
.
.
.
Όλο το γαμημένο βράδυ σε μια διασταύρωση

Εκ των υστέρων

Τις μέρες του καρναβαλιού
μη φοράς το κίτρινο γιλέκο
Γίνε δέντρο, πίνακας ή χρώμα
Γίνε πορτραίτο
Γίνε τουλάχιστον εσύ για ένα βράδυ
Μόνο μη φοράς το κίτρινο γιλέκο
Τι απομυθοποίηση αυτή της εποχής μας;
Πόσες δικαιολογίες;
Πόση διασκέδαση ακόμη στο φινάλε;