μέρες σαν κι αυτές

Στο μυαλό μου στροβιλίζουν λόγια όμορφα δοσμένα, αφηρημένες φράσεις που αδυνατώ να συγκρατήσω ξεφεύγοντας ολότελα απ’ του ύπνου το δίχτυ που μοιάζω να αιωρούμαι ∙ όπως και τώρα. Ονειρικά πορτραίτα, σκηνές που χάνονται σαν άχνα, σαν ψίθυρου απόηχος. Τίποτα δεν μένει και δεν ξέρω τι νόημα θα είχε έτσι κι αλλιώς. Κρατώ όμως την αίσθηση γαλήνης που ελάφρυνε την ψυχή μου, εκεί μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Την κρατώ για την ώρα, μιας και τώρα καλύτερο αίσθημα στα ζητούμενα δεν υπάρχει.
Ανακούφιση; Πλάνη;
Ο καιρός με τη σειρά του μας έκλεισε μέσα και πιο μέσα και στρώθηκαν τα όνειρα για να πατήσουμε. Αλλά πάντα έτσι δεν ήταν;
Από πολύ μακριά άκουσα τον ήχο της θάλασσας και έναν στίχο που γύρευα χρόνια.

Αν βγαίναμε θα παραπονιόμασταν για την αιθαλομίχλη, παρ’ όλα αυτά κάποια κόκαλα θα είχαν καταφέρει να ζεσταθούν.
Αν το μπαρ ήταν στη θέση του, ανοιχτό, θα μας χαλούσε η μουσική, θα τα βάζαμε με τον ντι τζέι, κι αν τύχαινε να είχε κόσμο, με τις γυναίκες που δεν μας μιλάνε πλέον.
Αν βγαίναμε και οδηγούσαμε δεν θα μπορούσαμε να κινηθούμε στο κέντρο ∙ οι νέες πεζοδρομήσεις, για φανταστικούς πολίτες που ζούνε φανταστικές ζωές, και η αισθητική τους.
Αν πίναμε, αμέσως επόμενοι έρχονται οι μπάτσοι και το αλκοτέστ κι εμείς αυτά τα περνούσαμε πάντα με άριστα. Στην περίπτωση αυτή δίνεις το πτυχίο σ’ αυτόν που σε εξετάζει, παράξενα πράγματα.
Αν όμως βγαίναμε ποδαράτο; Ναι στην αρχή θα ‘ταν η ομίχλη. Ύστερα, εκεί πριν το τέλος, θα ψάχναμε ένα τελευταίο μπαρ. Και δεν θα υπήρχε κανένα εκτός από ένα και θα μας χαλούσε η μουσική και οι γυναίκες που σχεδόν πλέον μας χλευάζουν και μετά θα πλακωνόμασταν και άντε κάπως έτσι να συρθείς ως το σπίτι.
Αν σταματούσαμε για φαγητό θα ήταν ό,τι πιο απαίσιο έχουμε δοκιμάσει.
Αν το αρνούμασταν θα γυρνούσαμε σπίτι και θα πίναμε κι άλλο, θα καπνίζαμε μέχρι τις πρώτες τάσεις για εμετό κι αν τα καταφέρναμε θα ξερνούσαμε κιόλας. Θα ξημερωνόμασταν, θα υποφέραμε για κάνα εικοσιτετράωρο εκτός κι αν επαναλαμβάναμε τη χρήση. Θα λέγαμε στον εαυτό μας, ¨θα δούμε¨.
Βλέπεις πως ήταν λάθος στημένο έτσι κι αλλιώς.
Θα δούμε.

Μέτρησα ως το δέκα, σε μέρες και βγήκα φτύνοντας τη μάπα μου στον καθρέφτη του ασανσέρ. Η μάσκα κρεμόταν, για την ώρα, απ’ το κορδόνι της στο λαιμό μου ∙ σαν το κρίμα.
Βάσει νόμου, παράνομες δοσοληψίες και καλυμμένα πρόσωπα, τηλεφωνήματα και αμάξια σταθμευμένα με αλάρμ. Σύγχρονος μυστικισμός βυθίζει τον νέο μας κόσμο. Μανιφέστα δεν γράφουμε, παρ’ όλα αυτά το μελάνι μάς είναι απαραίτητο όπως και το φθηνό ουίσκι, όπως το φαγητό. Γύρισα σπίτι, τα τακτοποίησα όλα και έμεινα με το τζιν φορεμένο ∙ μαύρο, ναι. Τώρα να δεις σκεφτόμουν τη λέξη ¨μακάρι¨ και πέρασε μπρος μου δυο φορές τουλάχιστον, σαν πονηρή μα άκακη αλεπού. Στην καλύτερη εκδοχή της την θυμάμαι να ‘ναι ένα μπαρ, στιλ καφωδείου, στη Ζωοδόχου Πηγής στου Στρέφη, γύρω στο ’98, ’99. Το πετύχαινα πάντα κλειστό και καθόμουν και το χάζευα απ’ έξω. Συμβολισμός;
Όταν οι μέρες μαζεύονται ξεκίνα απ’ το σήμερα.

Είναι φορές
που η επαφή μοιάζει με σαθρό πανηγύρι
Η ορχήστρα ζητιανεύει για κέφι
κρατώντας στα μάτια της δυο κομπρέσες,
για όση ψυχή της απέμεινε
Το ουίσκι ρέει,
αδειανά βαζάκια μπίρας χορεύουν ένα τάγκο χωρίς σταματημό,
σάλπιγγες μεταφράζουν τον άνεμο
στη γλώσσα της ανυπαρξίας
Παραμεθόρια τα καραβάνια στολίζονται,
τα γαρύφαλλα δεν προλαβαίνουν να μαραθούν,
οι σκύλοι τα πετσοκόβουν
Κάπου μακριά χαράζει
και όλα έρχονται στο αύριο ή γίνονται στάχτη
Κάποιο χέρι αναδεύει το μείγμα

Το σχέδιο στοχεύει στην κατάργηση των ρημάτων. Εν τούτοις η ζωή συνεχίζει να αποπλανεί.
Ο ουρανός αναπνέει, τα δέντρα σαλεύουν.
Τα τριαντάφυλλα φροντίζουν το έρημο πέτρινο σπίτι.
Τα μικρά ζώα στη γειτονιά, αδέσποτα διατηρούν τη γοητεία τους, αναγνωρίζουν ό,τι τους ανήκει.
Ίσως κάποια στιγμή, στιγμή απέραντη, βρεθούμε σε παράθυρα ανοιχτά και σε αυλές, σε πόρτες που βλέπουν το δρόμο και στους μικρούς δικούς μας εξώστες ουρλιάζοντας έστω κι από χαρά ∙ ανελέητη, υστερική.

(απ’ τα κενά διαστήματα)

Μια μουσική σαν ινδιάνικη προσευχή
Δίπλα μου μια Παναγία
και ο John Cale
Ένα πουλί κρώζει, φερμένο ποιος ξέρει από πού;
Ζει τη δική του φυγή
Κυριακή με Κυριακή κι ούτε να ποίημα να με ζεστάνει
Σκέφτομαι τον Μπουκόβσκι και τον Κέρουακ
Την απoστροφή
Όλα μπερδεύονται
Ο καθένας επαναστατεί για την πάρτη του
Δεν προχωράει / Το ποίημα δεν προχωράει

Η γάτα που την έλιωσε μια πόλη

Χτυπημένη στη μέση του δρόμου
Με τις εφτά ψυχές της να αιωρούνται
πάνω απ’ την πρωινή άσφαλτο
Αποφεύγω τα πάντα,
η γενικευμένη όμως απάθεια των ανθρώπων με καταβάλει
Ο ήλιος λάμπει σαν κάλπικο κόσμημα

Επιστρέφω στο σπίτι και κοιμάμαι ξανά

Τι θέλουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ύπνο μου;
Ο ποιητής
η κόρη του
δεξιώσεις
βροχή
βροχή
ακαταλαβίστικες προσευχές
συγγενείς
ο ένοικος της απέναντι διπλοκατοικίας,
να βυθίζει τον πήχη στην δεξαμενή μετρώντας απόθεμα;

Τέσσερις πόντοι σαβούρα ∙ η Γη είναι σκαμμένη ως το μεδούλι

Η γάτα, χτυπημένη στη μέση του δρόμου,
δεν ξεχωρίζει πια απ’ το μείγμα πίσσας και ζωής,
θανάτου και έπαρσης
Το λίγο λευκό απ’ τη ράχη της,
μαρτυρά πως κάποτε προσπάθησε να τον διασχίσει

Μνήμη Τ. Λειβαδίτη

Κάθε στιγμή μπορεί να δακρύσει
Ας πούμε πως κάπως έτσι εξηγείται το πάθος
Ας πούμε πως κάθε βουνό μπορεί να ραγίσει
Και κάπως έτσι εξηγείται ο δρόμος
Πως ο αιώνας δεν κύλησε μοναχά στα ημερολόγια
Πως η μέρα που σβήνει, το μόνο που ‘χει να κάνει, είναι να επιστρέψει λίγο απ’ το φως
Τον γεμάτο οδύνη τοκετό της υπόστασης
Μια απάντηση στη σκιά του διαβόλου
Οτιδήποτε μπορεί να ματώσει, μα υπάρχουν και ώρες που νιώθεις ευλάβεια
Μια γλυκιά, θερμή αδιαφορία
Είναι η ώρα που καθώς αναβλύζει το δάκρυ, το αίμα, το σπέρμα κι ο χυμός του σταφυλιού,
εκεί είναι που βλέπεις την πηγή

Ολική απονεύρωση

Διαβάζω δυο τρία σκάρτα ποιήματα
και το κλείνω
Έχει προηγηθεί φασαρία
(ένας διάλογος μαριναρισμένος
για μέρες, ίσως και για ζωές ολόκληρες, σε οξύ)
Για την πολιτική, την ηθική,
τη χρήση του ι.χ. στο κέντρο
Ο καθένας μας μεγάλωσε
όπου βρήκε, τι να κάνουμε;
Και (στην καλύτερη) διαιωνίζει το είδος
Ο οδοντίατρος, χρόνια πριν,
που αποδείχθηκε μεθύστακας, απέτυχε
Το δόντι εκεί, ζωντανό, όλο νεύρο
Μα σαν και να ‘ρθε η ώρα του
Το δόντι αυτό δεν τ’ ακουμπάς
Σε πεθαίνει

Τι δεν καταλάβαμε *

Οι Θεοί γνωρίζουν
Πως όταν ο χρόνος τελειώσει
Τα ουρλιαχτά περισσεύουν
Με ορμή μαστιγώνουν
Την ελάχιστη νύχτα
Συνεδριάζουν στην απουσία μας
Γυαλίζουν τα όπλα τους
Αστράφτουν
Πατούνε τη γη
Μα δε λεν να κατέβουν σε ύψος
Κι αυτοί οι άνθρωποι
Που δε λεν να σηκώσουν κεφάλι
Μα και το βλέμμα δεν χαμηλώνουν
Τι διάολο ζητάνε
Και πού το γυρεύουν;

Ελάχιστη νύχτα, απ’ το πρωί
Χωρίς φως

Ό,τι καλό συμβαίνει
Αυτές τις μέρες
Είναι απόρροια δεινών
Προγενέστερων
Άνθρωποι φύγανε
Άνθρωποι φεύγουν
Άνθρωποι θα φύγουν
Κι άλλοι θα ‘ρθουν
Το σύστημα βέβαια
Δεν δουλεύει έτσι
Δεν έχει σημασία
Τα λεφτά θα πάνε εκεί που πρέπει
Άνθρωποι θα έρθουν
Άλλοι θα φύγουν
Οι ίδιοι είναι που μένουν

12-13/10/20 * στον Διονύση (okso81) που δεν γνώρισα

Δυο ποιήματα για ψόφια κέφια και ένα ακόμη

I

Βροχούλα τσακισμένη από οινόπνευμα
Βροχή τσακισμένη από απιστία
Πυροδοτώ τις εξελίξεις,
μ’ ένα στυλό και κάτι μισοτελειωμένα ποιήματα ∙
μ’ ένα κερί κι ένα τσιγάρο
Με βεντζίνα και γκάζι
ξεχύνομαι στην τρέλα
Ο Μπουκόβσκι τα ‘πε όλα κι έδειξε το δρόμο
Γιάννη Ρίτσου και Μπότσαρη
Πού να ‘ξερα, αυτή η διασταύρωση,
κάποτε, πως θα οδηγεί στη σκλαβιά
Ο ψαροπώλης τρώει γρήγορο φαγητό
στη γωνία,
ο ποιητής διαβάζει εφημερίδα,
οι δρόμοι είναι γεμάτοι απαγορευτικά.
Οι ταρίφες την έχουν κοπανήσει για το σπίτι
και σ’ αυτή την πόλη κανείς δεν ξέρει
Ανάμεσα στα δόντια μου
σαπίζουν χίλιες λέξεις

ΙΙ

Κάποιος
πάντα θα σε εγκαταλείπει
και κάποιος,
άλλος,
ένας,
θα σου χτυπά την πόρτα
Αν το αντέχεις, νιώσε καλά
Έχεις κερδίσει το παιχνίδι
αγνοώντας τους κανόνες
Έτσι κι αλλιώς αυτό δεν αλλάζει

—————————-

Τί απέγιναν τα χρώματα

Λουλούδια που τον χειμώνα
καρτερούν,
χωρίς ευθύνη να πλαγιάσουν

Σπαρμένα υγρά λιβάδια
τριγυρισμένα από τσιμέντο
Πίνακες τα αρνήθηκαν

Τη μοίρα λατρέψανε
σαν τη φωτιά που δεν άναψε
Προσπαθώντας
ρουφώντας… σάρκα και πνεύμα
Το κόκκινο, Χριστέ μου
ασήκωτο είναι τούτο το σώμα

Μα πώς ένα μαχαίρι να γνωρίζει,
πως τα ‘χες κιόλας όλα χρεωθεί;
Ούτε οι στάχτες δεν απέμειναν

Όμορφη όταν φεύγει,
είναι μόνο η θάλασσα

Ασάλευτη βροχή

Δυο ειδών αλήτες
σιγομουρμουράν στο κέντρο της πόλης ∙
με τα τσακισμένα δέντρα
και τους τσακισμένους ανθρώπους ∙
τσακισμένους από άγνοια.

Και το κοντέρ να γράφει
Το ταξίμετρο να γράφει
Αυτός ο ταρίφας
είναι πάντοτε λεύτερος ∙
όσους κι αν έχει πάρει στο λαιμό του

Με τα σκυλιά στο κατόπι
Κάπου
Σε κάποιο αδιέξοδο

Με τα παράθυρα ανεβασμένα
Φόβος μέσα σε όνειρο
Όνειρο μακριά από κάθε δόξα
Έρωτας, υποταγή, ελεύθερος
Και όλα να ‘ναι το μόνο που θες

Αψεγάδιαστος
Τσαλακωμένος απ’ το χρόνο
Εσύ

Μίσησε την πόλη
αν σε βοηθά να μην μισείς τον εαυτό σου
Ύστερα
αγάπησέ τα όλα απ’ την ανάποδη

Ξερίζωσε τα λουλούδια
αν χρειαστεί
Κράτα την καρδιά στη θέση της
Οι σπόροι ταξιδεύουν με το ταχυδρομείο
στις μέρες μας

Δεν μπορείς να το αποδείξεις
Πίστεψέ το

Κ

Μάλλον δεν κατάφερα ποτέ
να αποκτήσω μια ηλικία

Είναι απολιτίκ να παίζεις Morrissey
αυτές τις νύχτες;

Ό,τι κι αν έχει συμβεί φτάσαμε ως εδώ

Πάρε ό,τι θες
Μείνε ακέραιος
Μη συμβιβάζεσαι
Εξαργύρωσε τώρα
Ρίχνε πίσω σου λοξές ματιές,
μην παραμυθιάζεσαι
Γίνε κομμάτια
όταν σου δίνεται η ευκαιρία
Κομμάτια για σένα, για κείνη
για κείνον
Γίνε κομμάτια για κάτι
Γίνε κομμάτια για σένα
Ποτέ ξανά μια διάλυση
δεν έφερε τον κόσμο τόσο κοντά

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Καταπίνω το σάλιο μου
και μιλάω για να ακούσω πρώτα εγώ.

έστρωσε κάπως

άστο φίλε, την πάτησα.
κουρασμένος εδώ,
ξεχάστηκα γενικώς.
ούτε καν σου τηλεφώνησα
και μόλις είδα
πως δεν έχω ούτε μια μπίρα

ψάχνομαι

βρήκα ένα λικέρ,
από Βελιγράδι λέει.
το ‘χαν φέρει
κάτι μαθητές από εκδρομή.
το άνοιξα. δουλεύει…
να ένα ποίημα