Γυροφέρνοντας (με) τον Ντύλαν  

Ωσότου ξεχρεώσεις
τα τσιγάρα όλα του πάνω κόσμου
θα ‘χουνε καεί
Ύμνοι θα γράφονται για την αγάπη
και τον έρωτα,
μα πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Τίποτε πιο αμείλικτο δεν γνώρισα
από την ομορφιά
Φθινόπωρο γεννημένη
είτε σε κάποιου καλοκαιριού το χείλος ∙
κι ο χρόνος στραφτάλιζε στην πέτρα
σαν λεπίδι

Υπερβολές, θα πεις…
Ω, πάντα υπερβολές
Και οι εκδότες αύριο
θα γλείφουνε τα κόκκαλα,
ριγμένα στο πλατύσκαλο από χέρι
Η αρρώστια συρτή θα κάνει στις οδούς
και πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Πες με ονόματα
που του ανθρώπου η ανημπόρια,
όσους τα φέρανε, τους κράτησε στο πόδι,
κι άλλα, όσων ταξίδι φύγανε αγύρτικο
από λάθος
Κι οι σκύλοι να χορεύουν της νύχτας
τον χορό
και τα παιδιά να μεγαλώνουν στην πλατεία
Λογαριάζεται η αγάπη;
Ο θάνατος;

Τέσσερις δρόμους διασχίζεις διαγώνια,
σ’ εκείνο το σημείο, το κενό ∙
και οι τρελοί θα σου μιλάνε πάντα με τα μάτια

Πέντε λεπτά ζωής, τέλη Μαΐου

Μια περίπτωση είναι
ν’ αναγκαστείς να την κάνεις για τα καλά
από τούτο το μέρος, ξαφνικά,
κι ένα υπεύθυνος στο πόδι σου
να υποδύεται τους ρόλους

Πάνω απ’ τα φτωχά μας κεφάλια
εκρήξεις
Ένα δάχτυλο ουίσκι στα 6 ευρώ, τόσο πάει

Πέντε λεπτά ζωής, τέλη Μαΐου ∙
οι φοιτητές συνεχίζουν να ματώνουν, τα περιστέρια να διψούν
Και πόσο αργά να πιεις αυτό το ποτήρι;
Και πόσο χρειάζεται
για να βρεις τη θέση σου σ’ αυτόν τον κόσμο;
Συμπληρώνεις νερό

Στο μπαρ ψάλλονται πάντα τα εγκώμια μιας άλλης μητέρας
Μπορείς να βλέπεις ό,τι θες
ή να θες ό,τι βλέπεις
και τίποτα απ’ τα δύο να μην σε οδηγεί πουθενά

Το ποδοβολητό των ανθρώπων να συνεχίζεται
Το νερό να κυλά στους αρμούς
κι ότι φαινομενικά μας ενώνει να μας κρατά σε απόσταση,
γλιτώνοντάς μας απ’ τα έργα της φύσης,
παραδίδοντάς μας σε κάθε πιθανή δυναστεία

Αναχρονισμοί

Εδώ είμαστε ∙
πληρώνοντας για κάθε συντρίμμι αυτού του κόσμου
Χτίζοντας ξανά και ξανά
για κάθε αφηρημένη ιδέα,
για το χειροπιαστό μικρομέγαλο ψέμα στο έλεος του χρόνου
Και πόσες φορές δεν σκεφτήκαμε τη ζωή μας να τελειώνει ;
Ένα αυτοκίνητο εκρήγνυται,
στο τέλος του δρόμου καθώς το οδηγείς

στον Κώστα ( ένα έτσι)

Αν δεν είχα πιει το ουίσκι
θα ‘χα τα 18 ευρώ στην τσέπη μου
και το κεφάλι μου, τρόπον τινά, αδειανό
Είναι φορές
και δεν έχω μία που να πιάνει τόπο για να βγω ∙
νομίζω τρέφομαι μόνο με αγάπη,
μια αποκάλυψη εκείνων των αποτρόπαιων ημερών,
ένα απίθανο συνοδευτικό

Μη σκας για την καραντίνα
Μεθαύριο θα φέρω μέλι και ξηρούς καρπούς
Ξαγρυπνάω,
τα θυμάμαι όλα, τα ξεχνάω όλα
Το φως κίτρινο και ζεστό,
λευκό στο χαρτί,
οι νέες φιγούρες στην πόλη προσπαθούν να γράψουν ιστορία
Τριάντα χρόνια, από δω που κοιτάζω,
η μόνη ιστορία είναι η μυρουδιά του χώματος
και του αέρα

Διανοούμενοι και εργατοπατέρες
ξεμείνανε από ιδέες
και τρέχουν στα παζάρια
13 ερωτήσεις για την άγνοια,
13 βιβλία για τη δόξα
και 1 για να γίνεις
Κοιτώντας μπροστά
τρελές ιδέες απασχολούν το μυαλό μου ∙
ο κόσμος όλος ένα τηλεφώνημα που δεν λέει να πέσει
Οι γραμμές μπερδεύονται,
καλείς το 0 ∙
ταρίφες ξεφορτώνουν γριές στη μέση του δρόμου,
άνθρωποι ανοίγουν τις ομπρέλες τους,
έπιασε να ψιλοβρέχει ξανά

Πήρα την εθνική
3 σερί πορτοκαλί φανάρια,
σκόνη αφρικανική
και μια Οδύσσεια στα σκαριά
Έχουν ένα τρόπο τα νέα να σε βρίσκουν,
που δεν ξέρεις από τι τα ‘χεις χαμένα
Απ’ την ίωση που σε τριγυρίζει
ή απ’ την αναπάντεχη στιγμή του ερχομού

04/22

«after the war» – [a three way project]

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος έγραψε την μουσική, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα, δίνοντας τον τίτλο “after the war” επηρεασμένος απ’ τα γεγονότα των ημερών. Οι πίνακες του Μπάμπη Κρέτση τοποθετούνται σε μια εποχή, όπου οι υπεύθυνοι έχουν μετοικίσει σε άλλον πλανήτη, μετά το χάος που οι ίδιοι προκάλεσαν, αφήνοντας πίσω ένα δυσοίωνο μέλλον, χάρισμα στους υποτιθέμενα αδύναμους. Οι στίχοι του Βασίλη Νικολόπουλου είναι ένα κολάζ από σκορπισμένα ποιήματα και σημειώσεις.

after the war ( a three way project )

Μια σκιά η επανάσταση, πηγαινοέρχεται έξω απ’ το παράθυρο
Με πόνο εμείς
στη ζωή εκβάλλουμε
Είναι η ειρωνεία που κυνηγά τη ζωή
Είναι η επιλογή να ζεις, να εμπιστεύεσαι
Είναι η νύχτα που κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί με εικασίες
Που κανείς δεν μαρτυρούσε αν μέσα του υποφέρει
Είναι η ώρα που οι λέξεις απέκτησαν χρώμα και το φως αντανάκλαση
Είναι μια ομοβροντία στον ουρανό, με τους σιγαστήρες βιδωμένους στα όπλα

Μια εποχή που τ’ ανταλλακτικά είναι σε έλλειψη
η έλλειψη είναι ο κρίκος που συνδέει την αλυσίδα
Τυλίγω στις φλόγες τον καλύτερο εαυτό μου για να ζεστάνω το σώμα σου
Το μυαλό σου από ώρα ταξιδεύει, από πάντα
Είναι η επιλογή του να ζεις, να εμπιστεύεσαι

Ρυθμίζεις την αναπνοή
Ο χρόνος μετρά σε όλους τους πιθανούς ήχους
Είναι πάντα μια ιστορία που ξοδεύει τους αιώνες
κι ένας ανύπαρκτος ήλιος στην αυγή μιας μέρας

Σπούδασες όνειρο μα δεν κατάφερες ποτέ να κοιμηθείς πραγματικά
Εικόνες που δεν υπάρχουν κι αυτές
Ένας απαλός άνεμος, υπαρκτός
Σαν μουσική, όλα άπιαστα
Μπορείς να πεις πως ήταν μια ζωγραφιά
ή κάτι που μοιάζει σ’ εκείνο το ταξίδι
Τα κορμιά των αθώων κι όλα τα ανέγγιχτα
Τα τρένα ∙ το πάθος που κουκουλώνεται
Η μέτρηση που μόνο αντίστροφη μπορεί να είναι
Ξεκουράσου με τη νύχτα που φτάνει

Είναι ένα καζάνι που βράζει
Μαγικές σφαίρες ταξιδεύουν και χάνονται, διαρκούν όλα τόσο ελάχιστα
Η φωτιά επιμένει
Όσες φορές κι αν αθετήσεις μια υπόσχεση
έχε στο νου σου ν’ αφορά μόνο εσένα
Είναι ένα καζάνι που βράζει
Έξω φυσάει μούχλα και θειάφι
κι εγώ μετράω τις στιγμές που σε έχασα ∙
και πώς να σε ψάξω σε θάλασσες κόκκινες,
που άλλοι νόμισαν για δρόμους;

Το ξέρω πως ο θάνατος δεν έχει χρώμα,
παρά μόνο μια τελευταία ανάσα
Βρέθηκα μόνος χιλιάδες φορές πριν το τέλος
του κόσμου
και το πόσο λάθος υπήρξα, για τα δικά τους μυαλά,
εγγυάται την ελευθερία μου
Η απόσταση που τώρα δεν διανύεται
είναι μια ακόμη ξεδιάντροπη διαπίστωση
της θέσης μας

Κι όμως ήταν τόσο όμορφα εκείνα τα πρωινά, που το νεκρό σώμα του τρωκτικού έλειπε απ’ το σοκάκι
Κι αναρωτιέμαι
¨άραγε το σπίτι εκείνο θα μένει όρθιο για καιρό;
Ποιος κατοίκισε τις μέρες του;¨

Αύριο το θερμόμετρο θα αγγίξει και πάλι
τους σαράντα βαθμούς
Τα μάτια δεν θα βλέπουν
θα σημαδεύουν και θα τρυπάνε.
Αύριο το θερμόμετρο θα αγγίξει και πάλι
τους σαράντα βαθμούς
και εγώ θα πιστεύω μόνο σ’ εσένα

Πού την είδες την παράνοια;

στον Vic Chesnutt

Η ζωή είναι μια μάχη σε ανισόπεδο κόμβο
Σταματά ή και δανείζεται ρόδες,
τρέχει για την επόμενη πόλη
σαν κάθε ένα απ’ τα μικρά σύννεφ

Γονατίζω εμπρός στην Αμερική του Γκίνσπεργκ
Το γόνατό μου δεν κάνει κρακ
Η ξεκαρφωμένη σανίδα στον προθάλαμο δεν κάνει κρακ
Ο πόλεμος θερίζει τις πιθανότητες μιας μέρας

Η πεταλούδα απόψε δεν κάθησε στον ώμο μου,
ούτε και πουθενά
Χορεύει ολοπράσινη πάνω απ’ το τοπίο,
στα μάτια μου μπροστά
Θέλει να πει, μην ανησυχείς,
η ζωή έχει πλάκα ∙
μαύρες γάτες, ελεήμονες Θεούς, σφυρίγματα τη νύχτα

Αυτοβιογραφία

[Μια παραλλαγή στο ποίημα του Λόρενς Φερλινγκέτι, όπως το βρήκα στο Κόσκινο του Δημήτρη Τρωαδίτη, σε μετάφραση του Κώστα Γιαννόπουλου και Φώτη Αθέρα]

Ζω μια ήσυχη ζωή
κάτω απ’ τον χειμωνιάτικο πρωινό ήλιο
στην παλιά συνοικία,
με τα φουγάρα να καπνίζουν
και του εργάτη το χέρι να σκάβει τον γέρικο τοίχο
Ζω μια ήσυχη ζωή τώρα,
πίνοντας το κρασί του πατέρα μου τα βράδια,
απ’ του νεκρού του φίλου το αμπέλι,
που είχαν το ίδιο όνομα και τις ίδιες παλιές ιδέες
Το ρολόι του κόσμου χτυπούσε πάντα μεσάνυχτα
Τα πρώτα μου διαβάσματα
ήταν στίχοι Αμερικάνικων τραγουδιών
Δεν νιώθω και τόσο Έλληνας,
όσο οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μου
κι ας παρέλασα, φέροντας κάποτε τη σημαία της ,
από τύχη και με τον τρόπο μου,
στον κεντρικό δρόμο,
ακούγοντας αποθαρρυντικά να μου στέλνουν μηνύματα
οι περήφανοι ηλικιωμένοι πολίτες της
Με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή
κι έτσι με γλύτωσαν απ’ τα χειρότερα
Αργότερα το είδα, κατεβαίνοντας ξανά στην Αθήνα
Τον πρώτο καιρό, συνήθως, τσαλαβουτάς στη μιζέρια
Την βγάζεις σε κάποιο παγκάκι στον πεζόδρομο,
δυο βήματα απ’ την εξώπορτα όπου νοικιάζεις,
πλάι στις ράγες του ηλεκτρικού,
με τους μπάτσους, περαστικοί, να ρωτάνε διάφορα
ή χάνεις τον προσανατολισμό σου
εκεί, γύρω στο Σύνταγμα
Ύστερα αρχίζεις να βυθίζεσαι
Σαν παιδί, θυμάμαι ν’ ανοίγω την πόρτα
και να το σκάω απ’ το σπίτι
Οι συνθήκες και η ώρα δεν είχαν ποτέ σημασία
Έβγαινα για να τραγουδήσω τα κάλαντα
και με τα λεφτά των γειτόνων αγόραζα δίσκους
Το μόνο ρολόι που είχα ποτέ
το κλέψανε οι καινούριοι μου φίλοι
όταν τους κάλεσα στο σπίτι για παιχνίδι
Συνήθιζα να κλέβω κονκάρδες συγκροτημάτων
και άλλα μικρά αντικείμενα για να διατηρήσω τη μνήμη,
για τα οποία δεν πιάστηκα ποτέ
Στην πρώτη μου χοροεσπερίδα
ζήτησα συγγνώμη απ’ το γκαρσόνι,
γιατί ξετύλιξα όλο το χαρτί τουαλέτας στο πάτωμα
και βάλθηκα σαν τρελός να χορεύω,
σέρνοντας το με τα πόδια μου στην αίθουσα
Δεν πολέμησα σε κανέναν πόλεμο,
ωστόσο είδα φίλους μου να σκοτώνονται
και μικρά παιδιά να φεύγουν για πάντα
στους ξενώνες κάποιου ιδρύματος
και τους δικούς τους ν’ αγκαλιάζουν μαύρα σύννεφα
Μεγάλωσα πιστεύοντας στη μουσική
και εξομολογήθηκα στον πατέρα της μάνας μου,
σκυφτός εμπρός του,
ιερέας στις μαύρες λίστες της εξουσίας
Τραυμάτισα το μυαλό και το σώμα μου
πηδώντας από μάντρες και ορόφους οικοδομών,
στα μπετά ακόμη,
γλυτώνοντας νεότερους απ’ το δηλητήριο, όχι για πολύ,
πώς αλλιώς, παίρνοντάς το ο ίδιος
Ξεφύλλισα άσεμνα περιοδικά,
με τις σελίδες τους κολλημένες απ’ το σπέρμα συνομηλίκων
και διάβασα τη Γαμησομηχανή
και άλλες ιστορίες καθημερινής τρέλας
κρυμμένος στις βιβλιοθήκες ανήσυχων συγγενών
Αποκοιμήθηκα περιμένοντας
στο ιστορικό ταχυφαγείο της Παπαστράτου
κι αφού ευγενικά με επανέφεραν
βυθίστηκα σε σύντομο ύπνο
στα σκαλοπάτια μιας φιλόξενης στοάς
Τα μεθυσμένα βήματα των ανθρώπων ηχούσαν σαν όνειρο
Τώρα ζω μια ήσυχη ζωή
με μια γυναίκα που κάποτε την ερωτεύτηκα παράφορα
και τα παιδιά μας
Αποφεύγω, όσο γίνεται, τα λάθη
και διαβάζω τις αγγελίες αναζητώντας δουλειά,
ανακαλύπτοντας τι λείπει και τι περισσεύει στον άνθρωπο
Οι σκέψεις μου συνομιλούν ενίοτε με άλλες εποχές,
όπως συμβαίνει και με τούτο το ποίημα
Ο Φιλ Σπέκτορ οπλοφορούσε διαρκώς,
βουτηγμένος στην παράνοια,
απειλούσε τους μουσικούς και ό,τι θεωρούσε δικό του,
τον κόσμο όλο, τη γυναίκα του
μπουκάροντας στη ζωή τους,
μέχρι που έφτασε στον φόνο
Ο ντα Βίντσι αναζητούσε την ανύψωση του πνεύματος,
το ίδιο και ο Μπωντλέρ
Έχω πει ψέματα
για να πουλήσω ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα
σε ανθρώπους που δεν τα είχαν ανάγκη
Σέρβιρα καθαρά ποτά
σ’ όλους τους μεθύστακες που σταθήκανε μπρος μου
Βούτηξα τα χέρια μου στο πετρέλαιο
και στα παράγωγά του
και έχασα το πρώτο μου φιλοδώρημα
επιστρέφοντας σπίτι με το ποδήλατο
Παρ’ όλα αυτά
δεν έχω υπάρξει πολύ φτωχός στη ζωή μου
Αμέλησα να κατεβώ στην πορεία,
όμως ποτέ δεν έπραξα αυτό που αντιμαχόμουν
Άκουσα μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες
να μας προτρέπουν να καπνίσουμε κάνναβη,
σε φεστιβάλ της νεολαίας του Κομουνιστικού Κόμματος
κατά των ναρκωτικών και των εξαρτήσεων
Τρύπωσα φορώντας κουρέλια
σε μπαρ όπου σύχναζαν πλούσιοι και πούστηδες,
στο Κολωνάκι,
αλλά κανείς τους δεν μ’ έδιωξε
Γύρισα τη χώρα μ’ ένα αμάξι φορτωμένο ψευδαισθήσεις
Βρέθηκα σε νησιά και σε λίμνες παγωμένες
στα βόρεια
Είδα το άγαλμα του Κολόμβου, στη Ράμπλα, στη Βαρκελώνη
να δείχνει τι τελικά,
και ασυναίσθητα έφτυσα στα πόδια μου
Ασιάτισσες να μαλάζουν λευκά κορμιά
σε παραπήγματα στις παραλίες της Μαγιόρκα,
μια ανάσα απ’ τις εξοχικές κατοικίες των βασιλέων
Ήπια αλκοόλ
σε υπόγεια που μυρίζανε κάτουρο απ’ την είσοδο
Στάθηκα στα σύνορα της Αλβανίας
και δεν αφουγκράστηκα τίποτα ως αδιάφορος νεαρός
Ανέβαλα κι ακύρωσα ένα σωρό ταξίδια ∙
στην Κρήτη, το Λονδίνο,
δεν πήρα την αυτοκινητάμαξα για τις Κάτω Χώρες
και στο Βερολίνο ταχυδρόμησα μόνο κάτι βιβλία φίλων
Κάποτε σιχάθηκα την Αθήνα
κι έτρεμα όσου να πάρω το δρόμο της επιστροφής
Τώρα δεν μπορώ να τη φτάσω
Στην Πάτρα κρύφτηκα σε μουντά διαμερίσματα
κι έφτασα στο λιμάνι για να βρω την οδό μου
Μετανάστες σερνόντουσαν στο οδόστρωμα
ανάμεσα στις ρόδες των φορτηγών
κι από πίσω μπουλούκια
και σειρήνες να ουρλιάζουν
και το καρναβάλι να συνεχίζεται σε κάθε πόλη
Έχω μπλέξει όχι μόνο με τη σιωπή,
αλλά και την ακινησία
Έχασα όλα μου τα λεφτά
γιατί αγάπησα τρελούς συντρόφους
κι ήθελα κάποτε να στήσω μια σκηνή και το ‘κανα ∙
Παρέλειψα να φωτογραφηθώ με τον Ανεστόπουλο,
και τώρα αυτός έχει φύγει
Είδα τον Πουλικάκο,
τον Νίκο, που ακολούθησε κι αυτός το φευγιό
και τον Βασίλη Σπυρόπουλο,
να μη λεν να κατέβουν απ’ το καταραμένο σανίδι
τέσσερις ώρες μετά
Τον Τόλιο να βαριανασαίνει πίσω απ’ το ντραμ σετ
Πιτσιρικάδες,
να με παρασέρνουν σ’ ένα κατεστραμμένο τοπίο εαυτού
Άκουσα το πειραγμένο σαξόφωνο
και τη φωτιά να κυλά απ’ το ξύλινο πατάρι
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Ο ήχος του ακορντεόν ακόμη με συγκινεί,
απ’ τα μεσοπέλαγα στους δρόμους της πόλης
Ο ακορντεονίστας χαμογελά, κοιτάζει ψηλά
κι εγώ ραίνω με στριμμένο καπνό το λευκό πρωινό
Το μικρό αγόρι
συγκεντρώνει τα κέρματα στο καπέλο του
Είπα, σε μια στιγμή έξαψης, πως
δεν έχω αρχή και τέλος,
δεν έχω ηλικία
Πως είμαι το δέρμα που έξυσε την άσφαλτο
και μούσκεψε στη βροχή
Ο ξένος και το γεφύρι στο ποτάμι των ψυχών
Η τελευταία βόλτα στην κοιλάδα του θανάτου
και η αθέατη πλευρά
Ο κακόφημος δρόμος που εμπιστεύτηκες
και τα μπουκάλια που κατέβηκαν τις κάβες να λυτρωθούν
Είμαι ο πατέρας που έλειψε χωρίς να κάνει βήμα
Η μάνα των λαθών που εξεγείρεται
Τα κόκκινα μάτια που αποφεύγουν
Θυμάμαι τον ταρίφα, να με ξερνά στην 28ης Οκτωβρίου,
γιατί αισθάνθηκε να απειλείται,
στη στάση Πολυτεχνείο, γυρεύοντας Κυψέλη,
Δροσοπούλου, κάτω Πατήσια ∙
με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή,
για να γλιτώσω τα χειρότερα
Οδήγησα, έκτοτε, χιλιόμετρα σε ξεχαρβαλωμένους δρόμους
με ξεχαρβαλωμένα αυτοκίνητα
για να μην καταφέρω να πουλήσω και να πουληθώ
Δανείστηκα για να φάω και να ταΐσω
Κράτησα την καρδιά μου στη θέση της,
και τράβηξα για το δάσος και τη θάλασσα
και για μέρες ξεχάστηκα εκεί
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Στο μπαρ δεν πολυπηγαίνω πια
Επισκέπτομαι τον φίλο μου,
που την Αφροδίτη του μου χάρισε
και στου δωματίου μου το φως τη βλέπω τώρα να ξεπροβάλει
μοιράζοντας γύρω έναν κόσμο
Φυσικά και μ’ έχουν εξαπατήσει,
αλλά τι θα ‘ταν η ζωή
αν δεν είχες βρεθεί έστω και μια φορά από κάτω;

12/03/2022

άτιτλο

Δεν υπήρχε κάτι για να φοβηθείς εκεί έξω,
μόνο ο θάνατος ενός ανθρώπου,
που, όπως είπαν, δεν μπορούσε καλά καλά να μιλήσει
Υπήρχαν πρόσωπα όμορφα,
γυναικών που γυρίσανε από ταξίδι μεγάλο
Οι άντρες σκληροί, σφιχτοχέρηδες και λιγομίλητοι,
τραβούσαν για την επαρχία,
άνθρωποι κοιμόντουσαν πλάι στη φωτιά
ζωγραφισμένοι απ’ το θερμό φως,
σχήματα κυκλώνανε τα κοιμισμένα τους μάτια
Είχα ξεμείνει από προτάσεις
κι έτσι κανείς τους δεν μ’ αναγνώρισε

Ο διάδρομος μισοσκότεινος στο χαμηλοτάβανο σπίτι,
η ξύλινη πόρτα ορθάνοιχτη στη νύχτα
Η άσφαλτος, υγρή, μοσχοβολούσε ελευθερία
κι οι στάλες χαριζόντουσαν στης βροχής το αργό σβήσιμο
Ένα ζευγάρι σκίρτησε δίπλα μου στο πέρασμά του,
ερωτικούς αναζητούσε συνοδοιπόρους,
τους μόνους κύκλωνε σ’ έναν χορό στιγμιαίο
κι ύστερα χάθηκε ξανά στις ίριδες και τη σιωπή
Αφού σιγούρεψα μια χούφτα στην τσέπη
του σκληρού μου ρούχου,
στον υπόνομο, κάτω απ’ τα πόδια μου,
αποτίναξα όση θλίψη και ενοχή είχαν απομείνει
στις υγρές αυλακιές της παλάμης μου
Φορώντας τα γάντια μου,
νοτισμένα κι αυτά απ’ το ταξίδι
και σηκώνοντας τα μάτια στην ευθεία του δρόμου,
παφ!, όλα χαθήκαν

Αυτός, είπαν, που ήταν πλέον νεκρός,
δεν μπορούσε ούτε λέξη ν’ αρθρώσει
Μα πώς κατάφερε και μας έσμιξε σ’ εκείνο το σπίτι;
Κάποιος είπε, ήταν ιδιαίτερη περίπτωση

ποίημα χωρίς αρχή και τέλος (κανονικό δηλαδή)

11:31 στο φανάρι, Κόκκινο για όλους
πεζούς και ανάπηρους, αυτοκινητιστές,
όλοι της τελευταίας στιγμής
Κόκκινο για τη φωτιά
και τα χείλη των κοριτσιών που μείναν αφίλητα
Κόκκινο για τα σημάδια στο σώμα
και για τα λάθη στα τετράδια εκθέσεων
Κόκκινο, όπου ξεκινά και τελειώνει ζωή

Ο ποιητής προσομοιώνει, ας μην το πούμε αλλιώς,
(σε φανταστικές εποχές που ζούμε, τι άλλο να κάνει;)
δεν κάνει τίποτε άλλο, απ’ το να βλέπει ό,τι άλλος δε δύναται
Εκτίθεται καμιά φορά, τα κουκουλώνει,
λαμβάνει σκιρτήματα, παρηγορείται
σαν η γειτόνισσα σε πρωινού καφενείο -Από πίσω παν κι άλλοι

[ Την έχω κοπανήσει, για ένα ουίσκι στο όριο
Το όριο δεν είναι μπαρ,
(αν και θα μπορούσε)
είναι η προσφορά μας στο αύριο
Ποιο αύριο, σου λέει; ]

1:44 πμ
18/01/2022

Το ρεπό είναι ρήμα

Ήταν μια όμορφη βόλτα
μέχρις ότου απέκτησε πραγματικό ενδιαφέρον,
όταν το κάρο πήρε να ρετάρει
καταμεσής στην εθνική οδό,
θανατηφόρα αυτή, αμείλικτη

Πιάσαμε την άκρη,
τηλεφωνήματα, βρισίδια, κατούρημα
Τελικά, η λαμπερή σακαράκα
μας έβγαλε ως το συνεργείο,
καμιά δεκαριά χιλιόμετρα πιο κάτω,
στην έξοδο, που ήταν έξοδός μας
Σάββατο μεσημέρι
κι όλα από τύχη να δουλεύουν
κι άλλα απ’ την ίδια να αρνούνται

Έχω κάποιον φίλο εκεί κάτω,
που κάτι τρέχει και μ’ αυτόν
Όλα τώρα πάνε καλά,
στο συνεργείο αλλάζουμε και δοκιμάζουμε,
αλλάζουμε και δοκιμάζουμε,
δοκιμάζουμε και αλλάζουμε,
μπουζί, πολλαπλασιαστές,
γκάζι, φρένο, ξανά στα πιτ
Απολαμβάνουμε τον ήλιο,
την ελευθερία στον επαρχιακό αυτοκινητόδρομο,
κάπου κάπου φυσάει ένας άνεμος
για ν’ αδιαφορείς
Ο ηλεκτρολόγος ρωτά αν είμαι μηχανικός,
κοιτάζω τα μάτια του,
που κοιτάζουν το χέρι μου,
το γερμανικό κλειδί,
να ξεπετάγεται μέσα απ΄ τα φύλλα του αθάνατου,
Α, μπα, λέω, όχι… κι η κουβέντα σβήνει
Μπαίνω για μια ακόμη δοκιμή, τίποτα,
επιστρέφω

Τ’ αμάξι είναι τίγκα στα μπαγάζια,
στη τσάντα ψυγείο έχει φαγώσιμα, κρύο νερό
και μια δυο μπίρες ∙
για την άφιξη και κάθε άλλη ώρα ανάγκης
Ανοίγω μία
και λέω γεια μας, καλό καλοκαίρι!
Είναι η άφιξη μια ώρα ανάγκης;
Ε, ναι,
όπου να ΄ναι φτάνουμε έτσι κι αλλιώς, μουδιασμένοι πάντα
Πίνεις; ο μάστορας ακούγεται, σκυμμένος κάτω απ΄ το καπό
Μισή μπίρα είναι άνθρωπέ μου,
εδώ τόλμησα να βγω στο δρόμο
Ναι, λέω, καμιά φορά

3/1/2022

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.

Vall.Grey poetry

Psycho poetry from my Guts

To Koskino

For a revolutionary poetry of our times

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

APODYOPTES

We can mentally undress you

"ΤΟ ΚΟΛΟΧΑΡΤΟΝ"

Εκδόσεις Το Κόλο

tribe4mian's weblog

... never let yourself fall into oblivion ...

The Act of Capturing

Photography are stories to be told

εξιτήριον

ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου

Φτερά Χήνας

Περιοδικό Φύλλο Επιλεγμένης Λογοτεχνίας

ΓαΤόΦΣΚι

Εκδόσεις του Κάμπου

Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης

Για τον άνθρωπο Την λογοτεχνία της έκφρασης Μέχρι την ουτοπία

τσακμάκι

δημιουργική κολεγιά

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Περιθώριο

Μικρά που έμειναν στο

Treo Nauta's Den

Join me to an inner journey!

nefelor

δικαίωμα

sterianizali.wordpress.com/

καΤά Λάθος σΤεριανός. καΤά πάθος ζαΛισμένος.

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Μονοπάτια

«Όλα τα μονοπάτια οδηγούν στον ίδιο στόχο: να εκφράσουμε στους άλλους αυτό που είμαστε.» Pablo Neruda, 1904-1973 Χιλιανός ποιητής - Νόμπελ 1971

κομπάρσος

μέτριος

Aurora Borealis

Γράφει χωρίς σοβαρότητα ο Ερμής Παπακωνσταντίνου