Ιστός από νάιλον

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά
μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι οικείο και ξένο
Ένα κράμα λύπης, συμπόνιας
τρόμου και επανάστασης,
ξεφτίλας και προτροπής
Ένας πολτός από μυαλό και αίμα
Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν γνωρίζει τον άλλον
Από το πρώτο φως μολυσμένοι
Ατυχήματα
ατυχήματα
ατυχήματα
Λάθη, εξουσίες
Κινούμαι με την πλάτη στον τοίχο
για να βγω στη γωνία
Σαν παλιά πολεμική μηχανή,
ενέδρα στην ενέδρα
Παρωχημένες αξιολογήσεις και μπουρδολογία
Ξεφορτώνομαι τα βάρη
μα δεν λέω να πάρω ύψος
Απ’ άκρη σ’ άκρη
ένας ιστός από νάιλον
Άκρη πουθενά
Η ψυχή δεν μετριέται με χρόνο
Με χρόνο μετριέται η τρέλα
Πόσο θ’ αντέξουμε;
Ακουγόμαστε από μίλια μακριά
Ο έρωτας επαναστατεί
Οι σκάλες ποτέ
Ούτε τα κούφια ασανσέρ και τα κοινόχρηστα φώτα
Η Πομπηία έγινε στάχτη
Στάχτη στα μάτια μας
Με κολλύρια στις τσέπες από παιδιά ακόμη,
η ενοχή εκεί να μην ξεβγάζεται
ανάκατη με στραπατσαρισμένες κουβέντες
Σχολεία, εκκλησίες, οικογένειες
Εργαστήρια φόβων
Πάρκο εσύ, Παπαστράτου
λίμνες, κεραίες, ποτάμια και γη
που φεύγουν κάτω απ’ τα πόδια σου
Πάμε το ποίημα απ’ την αρχή,
ειδάλλως να φύγουμε για τα καλά προς τα πίσω.

Όλα επιτρέπονται

Ανύπαρκτοι
και ως εκ τούτου αλώβητοι
Όλα τώρα επιτρέπονται
Σώμα και αίμα
απόψε,
πνιγμένοι σε κόκκινο κρασί
Όποιο κι αν είναι αυτό το ¨μέσα¨
Όλα επιτρέπονται
εκεί
Καλό για άλλους
Πολύ κακό για κάποιους

Παύεις για λίγο

Ποιος είσαι;
Τι αγαπάς;
Ποιον;
Ακολουθείς μετά το πρωτόκολλο
Δεν έχει σημασία
Κι αν οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με κρασί
αντί αυτής της άθλιας πίσσας;

Όπου να ‘ναι η ώρα αλλάζει
Ίσως να ‘χει ήδη αλλάξει
Δεν έχει σημασία
Αν τυχόν σημειώνεις ημερομηνίες,
στα ποιήματα αυτών των ημερών
μην το κάνεις
Δεν έχει σημασία
Κράτα μία αν θες
για τη μέρα που θα ‘ρθει, όταν θα ‘ρθει
Και σωστό θα ήταν τίποτε τότε να μη γραφτεί

Ο άνθρωπος στην απεξάρτηση

Η πόλη μοιάζει πάλι σαν να έχουν όλοι πεθάνει
Ο ουρανός δεν έχει χρώμα,
αυτό της νύχτας,
μόνο θερμοσίφωνες με κατεβασμένα τα μούτρα
και κεραίες,
και μια κάπως άρρωστη αντανάκλαση φωτός ∙
και μια ομίχλη που γλείφει τους αστραγάλους
και ένα δέντρο σε μια ταράτσα
να παριστάνει το γέλιο.

Ένα για τη μπάρα

(στο ένα έτσι)

Μια πανδημία μόνο από μια προηγούμενη μπορεί να σε σώσει. Είναι σαν να σκοτώνεις το hangover σου αποφασίζοντας να πιεις ξανά. Μόνο που εδώ έχεις την επιλογή ή έτσι νομίζεις. Η θέση πως όταν ένα κακό σε έχει ήδη βρει οτιδήποτε άλλο θα σε αφήσει ανέγγιχτο απορρίπτεται και μόνο ως ουτοπική μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει.

Όταν θα βρεθούμε στο δρόμο σίγουρα θα ξαναγελάσουμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο κατάφατσα. Θα έχει μείνει κάτι άλλο εκεί έξω που να αξίζει; Έστω μια μπάρα που να σερβίρει φθηνά;

Ο λόγος για να αποδεχτείς οποιαδήποτε πρόσκληση ή πρόκληση είναι ο ίδιος για τον οποίο μπορείς να την απορρίψεις, εφόσον έχεις αναγνωρίσει στο πρόσωπό σου το μεγαλείο του αδιεξόδου που σου χαρίστηκε.

Το επισφράγισμα μιας νίκης

Αυτό που ξεπηδά απ’ τα σπλάχνα σου
κι από το πρόσωπο σου
σε κάποια ενδιάμεση τζούρα
-Πώς γυρνάς τον χρόνο πίσω;
-Παίζω το ίδιο κομμάτι απ’ την αρχή
Green on Red /
Φθηνό κρασί /
Για μια στιγμή τα έχω καταφέρει
Είναι απ’ αυτές, που ριγμένος στον καναπέ
αργά μες τη νύχτα,
εξουθενωμένος από όλα και πιωμένος,
τόσο ακίνητος όσο κι ο  καπνισμένος γρανίτης
στο τζάκι,
σβηστό εκεί στη γωνιά του να
περιμένει την άνοιξη
μη νιώθοντας την αξία του,
είσαι ικανός για μία μόνο απόφαση
Ένα ακόμη ποτό
και το παιχνίδι θα ναι όλο δικό σου

99

Κάθε δυο μέρες
γυρίζω δυο ολόκληρες φορές δεξιά
το κλειδί στην πόρτα
Η έξαψη της κίνησης καίει τους μυς των ποδιών μου,
κι αυτό είναι όλο
Κάθε μία όμως νύχτα
τσεκάρω αν έχω κλειδώσει
Κάθε δυο μέρες
συναντώ ό,τι ποτέ δεν μου έλλειψε
Για να πω την αλήθεια
δεν μου ‘χουν λείψει πολλά
απ’ το καραγκιοζιλίκι που καταντήσαμε τη ζωή
εκεί έξω
Κανά δυο φίλοι
και το να πηγαίνω τα παιδιά στο σχολείο,
για να βρουν τους δικούς τους
(Αλλού είναι το θέμα)
Κάθε δυο μέρες ανάβω θερμοσίφωνα
για να ξεπλύνω την απόρριψη
Ο πλανήτης έχει αρχίσει να συνέρχεται,
παρομοίως και το ph της επιδερμίδας μου
Κάθε δυο νύχτες
βάζω και πίνω απ’ το ουίσκι της πλάκας
που ψώνισα στην αγορά,
όπου η πόρτα εξόδου ήταν σφραγισμένη
και όλοι βγαίναμε απ’ την είσοδο
Όπως μπήκες θα βγεις , σαν να σου λέει ∙
άδειος και ακόμη χειρότερα
Κάθε δυο νύχτες,
που τελικά κλειδώνω,
σαν άλλος πολιορκημένος
προσπαθώ να θελήσω την έξοδο.

Δυο ποιήματα

Προσευχή

Ίσως να μην μπορείς να διαλέξεις ζωή
γιατί δεν μπορείς να διαλέξεις εποχή
Έτσι ήταν και έτσι θα ‘ναι
Κανένας δεν θα σε ρωτήσει
Απ’ την αρχή
Είσαι μια συνέχεια,
Είσαι Η συνέχεια
Το δώρο του ανθρώπου στον άνθρωπο

Μου λέει πως φοβάται για τα παιδιά,
«κλαίω για την εποχή που μεγαλώνουν»,
κι έχει δίκιο

Πώς να διαλέξεις ζωή
όταν δεν μπορείς να διαλέξεις ένα ουίσκι;
Πώς να διαλέξεις ζωή
όταν τα μάτια  σού χρησιμεύουν απλά για να βλέπεις;
Πώς να διαλέξεις ζωή
όταν δεν έχεις έστω κι ένα αγαπημένο χρώμα,
ένα τραγούδι;
Και το χειρότερο,
¨το σπιτάκι μου και μια δουλίτσα¨
Χάρισμά τους

Τα παιδιά θα διαλέξουν
Όταν έρθει η ώρα θα διαλέξουν
Η ελευθερία τους θα ‘ναι μια νέα ελευθερία

Έτσι κι αλλιώς όλα είναι υπερεκτιμημένα
Κάθε αληθινή ιστορία έχει μαύρα στίγματα
και δεν υπάρχει λόγος
να πληρώσεις ένα ουίσκι ακριβά
Θα βγάλεις όση απ’ τη  νύχτα απέμεινε στο ίδιο κρεβάτι
σβησμένος με μπύρα κι ένα τελευταίο στριφτό,
τριγυρισμένος απ’ τις επιλογές σου.

18/03/20

Εθισμοί

Υπάρχεις φίλε μου,
στο ίντερνετ με σάρκα και οστά
Οι μεθύστακες της γειτονιάς
στριμώχνονται στα ισόγεια μπαλκόνια τους,
τρία επί εβδομήντα
Δεν χρειάζονται περισσότερο χώρο ∙
δεν θα ‘χαν από κάπου να πιαστούν
Το καφενείο σκέφτονται, στο φόντο
Και τι δεν θα ‘διναν για ένα πιόμα
στη λιγδιασμένη του ατμόσφαιρα αφημένοι
Έχεις δει δυο μεθύστακες αγκαλιά;
Ο ένας να βαστά τον άλλον,
να τη βγάλουν μέχρι την είσοδο
με το κλειδί στο χέρι
Είναι συγκινητικό,
όσο και αποτρόπαιο
Μη σκεφτείς στιγμιαία την πάρτη σου,
κι αν ποτέ συμμετείχες  σ’ ένα τέτοιο αγκαζέ ∙
είσαι νέος ακόμη
Τους μεθύστακες κάνε εικόνα
Ύστερα,
σκέψου αν έχεις κάποιον
να σε βαστάει.

19/3/20

Μια μέρα σαν κι αυτή

«Ατρόμητο σας βρίσκω»,
μου λέει η κοπέλα υπάλληλος,
με μάσκα και γάντια γαλάζια,
στην εταιρία τηλεφωνίας.
«Θα υπάρξει κάποια χαλάρωση
όσον αφορά τις πληρωμές;» ρωτάω
«Όχι όσο θα είμαστε απαραίτητοι»,
μου απαντά
μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τη μάσκα,
προδομένο απ’ τις συσπάσεις του προσώπου
και τον τόνο.
Τόσο κρύα μέρα,
βουτηγμένη στον ήλιο!
«Να προσέχεις»,
μου λέει μια γνωστή με τον άντρα της.
«Εγώ φταίω που σας μιλάω» σκέφτομαι.
«Γάμησέ τους όλους» μου λέει
η πεθερά μου
«στείλ’ τους στο διάολο»
τα βρίσκουμε καμιά φορά.
Μετράμε κρούσματα, αυτοκτονίες…
Τίποτα δεν αλλάζει,
η αφορμή μόνο.
Μια απέραντη σκηνή εγκλήματος.