¨Μια Άλλη Κυριακή¨

[…ναι, θα βρεθούμε σ’ ένα μπαρ που δεν θα υπάρχει,

θες να το λέμε “Bluebird” ;]

¨Μια Άλλη Κυριακή» [ -Αφανίζοντας ύπουλα τη Νύχτα- ¨Αγαύη¨ (Αγρίνιο 2019) ] Σύνθεση/παραγωγή/ερμηνεία – Γιώργος Γιαννόπουλος Στίχοι – Βασίλης Νικολόπουλος

Sponsored Post Learn from the experts: Create a successful blog with our brand new courseThe WordPress.com Blog

Are you new to blogging, and do you want step-by-step guidance on how to publish and grow your blog? Learn more about our new Blogging for Beginners course and get 50% off through December 10th.

WordPress.com is excited to announce our newest offering: a course just for beginning bloggers where you’ll learn everything you need to know about blogging from the most trusted experts in the industry. We have helped millions of blogs get up and running, we know what works, and we want you to to know everything we know. This course provides all the fundamental skills and inspiration you need to get your blog started, an interactive community forum, and content updated annually.

να αφήνεις τα λάθη μες στα ποιήματα

Το πνεύμα της πόλης

κείτεται σε κάποιον πεζόδρομο ∙

γύρω σκοτωμένα καθίσματα

Αν υπάρχει ορίζοντας

εκεί που συναντιούνται τα κτήρια ή οι σκιές τους

είναι πάντα  μια λέξη

χίλιες εικόνες

ok

Με δυο περιόδους σε καραντίνα και υπολογισμούς ημερολογίου βάσει σχολικού έτους, η σχέση πέρυσι / φέτος και αντίστροφα μοιάζει με γρίφο. Σαν πρωινή βόλτα μες στο καταχείμωνο, μια οποιαδήποτε μέρα, ίσως με όραμα αλλά χωρίς σκοπό. Όλα αυτά τα εγκαταλειμμένα κτήρια απ’ τη μία και όλοι αυτοί οι εγκαταλειμμένοι άνθρωποι απ’ την άλλη. Άυλα εμπόδια στο δρόμο της επιστροφής, που δεν θα μαρτυρούσε το τέλος μιας επανάστασης, μα αυτή τη μαγική ένωση με τη ζωή που σε θέλει ξέγνοιαστο. Το μαγαζί μάντρα, με τις αντίκες στην εθνική οδό. Μνήμες απ’ το Μοναστηράκι επιστρέφουν, απ’ τα δισκάδικα και τις ταβέρνες με τη μυρουδιά του ούζου να υγραίνει τον απαλό αέρα, το καφέ 59 ή 49 ή 1009 δεν έχει σημασία, που βγάζαμε τα μεσημέρια λιωμένοι στο πατάρι του, χαζεύοντας την κίνηση στο δρόμο κάτω. Δυο φίλοι στο φανάρι που γύρισαν απ’ το νησί για το χειμώνα. Ο περιμετρικός που μπορεί να φιλοξενήσει οποιονδήποτε μέχρι να τον ξεράσει στην άβυσσο του τυχαίου. Τα αδέρφια που ζουν ακόμη σαν χίπηδες, νομάδες ή μύστες, με το τροχόσπιτο έξω απ’ το παράξενο σπίτι και τις κότες και τα σκυλιά, το γρασίδι, τα αγριόχορτα και τις καλαμιές. Η γειτονιά των πρεζάκιδων, πιο πάνω, ένα σκυλί που στέκει σαν άγαλμα. Τα πρώτα δόντια που πέφτουν, τα κορίτσια που γίνονται γυναίκες, η ζωή που ξεπετάγεται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εμείς αντιμέτωποι με το θάνατο. Τα επιδόματα που θέλουν πάλι την έγκρισή μας και όλα αυτά τα χαρτιά ξανά και ξανά, σάμπως κι υπήρχε περίπτωση να τ’ αρνηθούμε. Μα ναι, πρέπει να θυμάσαι πως σου δίνουν και σου δίνουν. Τι; ¨Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον…¨. Ναι, αλλά όχι έτσι παιδιά. Εμείς την ελευθερία μας θέλουμε. Να βρεθούμε και να μιλήσουμε, να κοιταχτούμε στα μάτια, να σταματήσουμε να γράφουμε μηνύματα που χάνονται, για τις ανασφάλειές μας και τις ενοχές και τους φόβους μας. Να ζεσταθούμε σ’ ένα μπαρ γεμάτο από χνώτα αλκοολικά. Τα πουλιά μοιάζουν αναποφάσιστα. Απ’ το νότο στο βορά και πάλι πίσω. Μερίδες αίματος, συσσίτια, υπερβολές, καινούριοι δρόμοι που περιμένουν απάτητοι. Σκεφτόμουν σήμερα το οτοστόπ στην εθνική οδό, μέχρι που με κούρασε αυτός ο απόηχος της κίνησης. Σκέφτηκα τους μπιτ συγγραφείς, τα λεφτά των ταμείων που πήγαν στο βρόντο. Οι τοπικοί άρχοντες επιβλέπουν τα νέα έργα στην πόλη, εσύ δεν έχεις ανάσα, τα βυτία ξεφορτώνουν πετρέλαιο με τη σταγόνα, οι μετρητές γράφουν, κατανάλωσε, πιες, φάε, ζήσε ρε μαλάκα, ορίστε. Βάλε και κάνα τραγούδι, μέχρι το βράδυ θα ‘χει γεμίσει το κεφάλι, θα δεις.

Η Άλλη Φορά

Μια συνεργασία που ξεκίνησε μέσα σε όλο αυτό το χάλι. Καμιά φορά συμβαίνουν όμορφα πράγματα, αρκεί να ‘σαι εκεί.

Η Άλλη Φορά είναι δυο ποιήματα απ’ τη συλλογή ¨.ξύπνα με πριν πεθάνω¨, που κυκλοφόρησε το 2019 σε αυτόνομη έκδοση 81 αντιτύπων. Η μουσική (σύνθεση/παραγωγή) είναι του Γιώργου Γιαννόπουλου και η ερμηνεία της Αθανασίας Αγραφιώτη. Η ηχογράφηση και η μίξη έγινε στο home studio του Γιώργου και της Αθανασίας.

σκονάκι (ποίημα σε μουσική)

Δύο μέτρα εισαγωγή

    Όταν ακούς την κιθάρα, ξέρεις πως κάπου φυσάει

    Στα 33¨,

    όταν η μελωδία φτάνει, είσαι ήδη στην όαση

    Λίγα μέτρα,

    κι αρχίζουμε να μιλάμε

    Στο 1:10 σου έχω κιόλας γεμίσει το ποτήρι

Στο 1:20 οι αλήθειες ραγίζουν κόκκαλα

    Δέκα στίχους μετά ο πυρετός ακυρώνει το σήμα

    Λίγα μέτρα ακόμη και τα χρώματα σβήνουν

    Ανάβουμε τα κεριά

    Κάθε τόσο μια ανάσα, και λες πως θα βγούμε

    Μα όχι

    Στο 2:48 οι ενοχές παν’ περίπατο

    Στα τρία λεπτά έχουμε ξεχάσει

    Εδώ κατοικούν μόνο σώματα

Ε, ναι

Έτσι κι αλλιώς θα βραδιάσει,
γι’ αυτό σου λέω μη σκας, και μη βιάζεσαι
Με κρασί και λίγη πτώση, το νέο αίμα να βράζει, θα κυλήσουν τα χρώματα ∙
όπως κι ένα ηλιοβασίλεμα κυλά απ’ τον ώμο στη χούφτα σου
Ίσως να ‘ναι ένα παιδί
ή ένα φιλί γάργαρο, κάπου απ’ τον βορά,
ίσως και τίποτα απ’ όλα αυτά
Η ευδαιμονία είναι υπόθεση προσωπική

Διαβάζω ένα ποίημα του Μπωντλαίρ, μικρό σχετικά,
και θέλω ένα μισάωρο για να το περάσω
Ανάταση, λέει, μιλά για το πνεύμα ∙
αναρωτιέμαι τι σκατά κάθομαι και γράφω
Ύστερα συνέρχομαι, καθώς ξέρω πως κι αυτός δεν κατάφερε να ξεφύγει

Το μόνο καλό με τον χρόνο,
είναι πως για να ξεκινήσεις δεν τον έχεις καμία ανάγκη
Ξέρεις πόσο απέχει η νοσταλγία απ’ τη θύμηση;

Η κόρη μου με βλέπει να καπνίζω και κάθε βράδυ να πίνω
Ξέρω τον τρόπο που μ’ αγαπά, κι αυτή για μένα
Έχω συνήθως κοντά μου ένα βιβλίο
και κάπως έτσι γυρεύω ξανά το ξεκάρφωμα
Πρώτη φορά είναι,
που μου ‘πε ν’ αφήσω τη μουσική να παίζει χαμηλά όσο θα κοιμάται

Βάζω λίγο κρασί ακόμη και στρίβω τσιγάρα, χτυπάω τούτα δω τα γράμματα
Στο ‘πα, θα γίνει νύχτα

(απ’ τα κενά διαστήματα)

Μια μουσική σαν ινδιάνικη προσευχή
Δίπλα μου μια Παναγία
και ο John Cale
Ένα πουλί κρώζει, φερμένο ποιος ξέρει από πού;
Ζει τη δική του φυγή
Κυριακή με Κυριακή κι ούτε να ποίημα να με ζεστάνει
Σκέφτομαι τον Μπουκόβσκι και τον Κέρουακ
Την απoστροφή
Όλα μπερδεύονται
Ο καθένας επαναστατεί για την πάρτη του
Δεν προχωράει / Το ποίημα δεν προχωράει

Η γάτα που την έλιωσε μια πόλη

Χτυπημένη στη μέση του δρόμου
Με τις εφτά ψυχές της να αιωρούνται
πάνω απ’ την πρωινή άσφαλτο
Αποφεύγω τα πάντα,
η γενικευμένη όμως απάθεια των ανθρώπων με καταβάλει
Ο ήλιος λάμπει σαν κάλπικο κόσμημα

Επιστρέφω στο σπίτι και κοιμάμαι ξανά

Τι θέλουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ύπνο μου;
Ο ποιητής
η κόρη του
δεξιώσεις
βροχή
βροχή
ακαταλαβίστικες προσευχές
συγγενείς
ο ένοικος της απέναντι διπλοκατοικίας,
να βυθίζει τον πήχη στην δεξαμενή μετρώντας απόθεμα;

Τέσσερις πόντοι σαβούρα ∙ η Γη είναι σκαμμένη ως το μεδούλι

Η γάτα, χτυπημένη στη μέση του δρόμου,
δεν ξεχωρίζει πια απ’ το μείγμα πίσσας και ζωής,
θανάτου και έπαρσης
Το λίγο λευκό απ’ τη ράχη της,
μαρτυρά πως κάποτε προσπάθησε να τον διασχίσει

Μνήμη Τ. Λειβαδίτη

Κάθε στιγμή μπορεί να δακρύσει
Ας πούμε πως κάπως έτσι εξηγείται το πάθος
Ας πούμε πως κάθε βουνό μπορεί να ραγίσει
Και κάπως έτσι εξηγείται ο δρόμος
Πως ο αιώνας δεν κύλησε μοναχά στα ημερολόγια
Πως η μέρα που σβήνει, το μόνο που ‘χει να κάνει, είναι να επιστρέψει λίγο απ’ το φως
Τον γεμάτο οδύνη τοκετό της υπόστασης
Μια απάντηση στη σκιά του διαβόλου
Οτιδήποτε μπορεί να ματώσει, μα υπάρχουν και ώρες που νιώθεις ευλάβεια
Μια γλυκιά, θερμή αδιαφορία
Είναι η ώρα που καθώς αναβλύζει το δάκρυ, το αίμα, το σπέρμα κι ο χυμός του σταφυλιού,
εκεί είναι που βλέπεις την πηγή

Ολική απονεύρωση

Διαβάζω δυο τρία σκάρτα ποιήματα
και το κλείνω
Έχει προηγηθεί φασαρία
(ένας διάλογος μαριναρισμένος
για μέρες, ίσως και για ζωές ολόκληρες, σε οξύ)
Για την πολιτική, την ηθική,
τη χρήση του ι.χ. στο κέντρο
Ο καθένας μας μεγάλωσε
όπου βρήκε, τι να κάνουμε;
Και (στην καλύτερη) διαιωνίζει το είδος
Ο οδοντίατρος, χρόνια πριν,
που αποδείχθηκε μεθύστακας, απέτυχε
Το δόντι εκεί, ζωντανό, όλο νεύρο
Μα σαν και να ‘ρθε η ώρα του
Το δόντι αυτό δεν τ’ ακουμπάς
Σε πεθαίνει