Το επόμενο βήμα

Το επόμενο βήμα
μετέωρο ή όχι φυλακίζεται πρώιμα
Δεν ξέρω αν υπάρχει ζωή εδώ
ή αν επρόκειτο για ξύπνημα εκτός εποχής
μα τα τραγούδια σκορπάνε φορμόλη
και μυρουδιά από κάρβουνο
Νοιώθω τον χειμώνα στα χείλη μου
και στα κατεβασμένα στόρια
Στο ντιμάρισμα της λάμπας
και στην ανάσα, βεβαρημένη από νωρίς
με αλκοόλ
Η πραμάτεια του περιπτερά
απλωμένη
πλασάρει θάνατο με κέρδος θάνατο
Επιστρέφω στον άνεμο και ορκίζομαι στα φύλλα
Πριν πέσουν
να αποστάξω τις πίκρες μου
να θυμάμαι να ζω

Καρδιά από μπετό και τραύμα

Τσιμεντένιε άνθρωπε, καλημέρα!

Το φτωχό σου χαμόγελο κρεμάστηκε στο φως
και η πνιχτή σου αίσθηση αρνείται να ξεστρατίσει

Άγγελοι με στόματα στεγνά
και σώματα τρυπημένα από τη λύσσα
στη στιγμή σου τρυπώνουν

Αρρώστια ισοδύναμη

Κάποιοι το πιστεύουν
πως καταντήσαμε γελοίοι
κι εγώ κι εσύ
και μας ακολουθούν σπασμοί

Σφίγγω με τις παλάμες τους κροτάφους μου
γνωρίζοντας τι θα ακολουθήσει

Ψέμα

Ποτέ δεν γνωρίζαμε τι θα ακολουθήσει
Είναι οι πιθανότητες
σχεδόν είναι πάντα υπέρ μας

Η Ζωή ξέρει τι θέλουμε

Ανάξιοι να ποντάρουμε σωστά
καίμε μονάχα τα τσιγάρα και τα σπλάχνα μας
Αδύναμοι μπροστά στην ευθύνη
φυλάμε τα ρούχα και ξεσκίζουμε τις ψυχές μας

Και οι άγγελοι τρυπώνουν

Ποταμοί τσακίζονται σε τσιμέντινες οδούς
χωρίς ανάσα

Δυο φορές πέθανα
και μία τρεις
καθώς γεννήθηκα μία για να ζήσω

Και σε ρωτώ
Ποιός και με ποιόν είσαι
Εσύ και οι άλλοι

Και η επ ανάσταση
μόνη της
στα επείγοντα

Ο αποστάτης

αφορμή το ομότιτλο διήγημα του Τζακ Λόντον
απ’ τη συλλογή

<ΟΛΟΧΡΥΣΟ ΦΑΡΑΓΓΙ>

 

Συμπαγές το κενό
εντός της ύπαρξης που αρνείται το φως.
Βάρος ακαθόριστο.
Τρεμούλιασμα των άκρων.
Οι μέρες,
αδέρφια που αποστάτησαν,
ορίζουν το ανεκπλήρωτο ∙
μετρώντας κόκαλα
υπολογίζουν  κινήσεις.
Εκατομμύρια.
Συναλλαγές χωρίς απόδειξη.
Ποιος τελικά θα σωθεί
για να λογοδοτήσει;

Άτιτλο

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Να φτύσω τις μπίρες και τις τεκίλες που ήπια
στα μούτρα της απεραντοσύνης που με αιχμαλώτισε
και να φύγω
Βαρέθηκα να θυμάμαι
Βαρέθηκα να μου λείπεις
Βαρέθηκα αυτή την εποχή
της υπομονής της αφθονίας και της εξαθλίωσης
Πόσο ακόμη θα γρυλίζουμε προσμένοντας μέλλον
Πόσο θα σκάβουμε την πέτρα
που δεν κρύβει παρά μόνο σκοινί
Πόσα ανούσια ποιήματα θα γρατζουνίσουν ακόμη το ξελιγωμένο μας έντερο
Τα σωθικά μου γεμίζω με φόβο
και ξεπουλάω σε πάγκους
από γρανίτη και ξύλο
Φτιαγμένους
από σκοτάδι και φως
Δεν μπόρεσα
Μένω και τρεκλίζω
Με ένα βρόχινο φεγγάρι αργομπαίνω στο αύριο
Ήθελα και πάλι να φύγω χθες

32 Αυγούστου

Στης μελαγχολίας το αποψινό νούμερο
το αίμα ξεδιπλώνεται
υποχωρώντας αργά αν και όχι αισθησιακά
στα κάτω άκρα
Σε ένα στριπτίζ για λίγους παρόντες
άρρωστοι
χλωμοί και κοκκινισμένοι
ξεπλένουν τους φόβους τους
πριν τους ξαπλώσουν σε σεντόνια
απ τις αναβολές ζαρωμένα
Τζογαδόροι
γυρεύουν κουράγιο
στις οπλές των αλόγων
Τα άλογα _ μια κούρσα ακόμη
Η ίδια πάλι αγωνία
Άκρατη σιωπή
Τα μάτια σου μέτρο
Η ώρα διαστέλλεται
Σε μεθάει ο χρόνος
Φθινόπωρο σήμερα
Κρεμασμένες οι ζωές
στη γκαρνταρόμπα του αύριο
ελπίζουν σε κάποιο χέρι
Για την ελπίδα δεν τους μίλησε κανείς
Πόσο κουφάλα είναι η τύπισσα !
Μόνο κάτι χαμένοι ποιητές τόλμησαν
με πρόσωπο ξένο
για να μείνουν χαμένοι μαζί με μια εποχή
Καλό χειμώνα