Παράξενες μέρες

(στους Doors και τον Morrison, στον Μήτσο, τον Κώστα και σε λοιπούς συγγενείς)

 

Τίποτα περιττό

Μόνο η αξιοπρέπεια περίσσεψε

μαυροντυμένη να την πετάμε  στους κάδους

κάθε πρωί ή μεσημέρι, δεν έχει σημασία

Έλεγα να κατέβω στην πόλη, να γίνω λιώμα•

να κοιμηθώ σε κάποιον φίλο

Μα ξέχασα πως είμαι από ώρα πια εκεί

κι ο φίλος εμβρόντητος θρυμματίζει τον κερδισμένο του χρόνο

Τίποτα περιττό

Το μεγαλείο κρύφτηκε στα λόγια ενός παιδιού

Μα οι παρέες του λίγες

Ινδιάνοι του κρατάνε συντροφιά

και μάγοι με άσπρα μακριά μαλλιά

Κι ας διαλέγει το μαύρο να μοιραστεί τα σχήματα

Έλεγα να κατέβω στην πόλη, να γίνω λιώμα•

θα μείνω με τα παιδιά

Κάποιο αντίο

βλέπεις  έχω ήδη ξεχάσει

την ανία και τις μέρες που ακολούθησαν

δεν πρόφτασα να πω αντίο

είχα ήδη φύγει

με το πέτο σηκωμένο

χωρίς λουλούδια

με αγέρα μουσκεμένος

και τραύλιζαν τα παραθυρόφυλλα

σε ρυθμούς απίθανους

καταμεσής καθώς κείτονταν το βήμα μου

Σαν σήμερα *

Ώρα πρωινή / συννεφιά
Δεν ξέρω αν πρέπει να ανοίξω την καρδιά ή το βήμα μου
Υπάρχουν φορές
που ο δρόμος χάνεται•
και η απόσταση
Η σάρκα γερνά
Τα κόκαλα σκληραίνουν, τρίβονται
Στις στέγες των χαμόσπιτων λίμνασε η βροχή
Ώρα πρωινή / βρόχινη
Όλα επιστρέφουν
Οι εποχές, τα χρόνια
η αγάπη

 

*στην Αριάδνη

Τρέχεις

Ματώνεις για ένα πείραμα που απέτυχε
Αίμα που βράζει στο κλιμακοστάσιο
μέχρι την έξοδο στους αιώνες
Εκεί που η κόλαση παγωμένη γουργουρίζει
τα σωθικά της
Στις αυλές τα μανταλάκια χορεύουν αχαλίνωτα
τραγούδια του χθες, της εγκατάληψης στο τέλος του χρόνου
Ποτάμια το σπέρμα των δολοφόνων
κύκλωσε τα ίχνη σου
Δήθεν αιχμάλωτοι παλινδρομούν το μυστικό τους δείπνο
Στις αγέλες μοιράστηκε το επιδόρπιο
Ξημέρωσε η νύχτα που ονειρεύτηκες
Ξύλινοι οι άνθρωποι αναπνέουν •
λες τάχα πως ζουν
και τα σιδερικά καπνίζουν
Φουντάρει η κάπνα απ τις ταράτσες
κι απ τις δεξαμενές που ξύπνησες νεκρός
αρμέγουν τα στοιχειά σου
Παίξτα όλα στο 3 κόκκινο
Ποτέ δεν ξέρεις

Σχεδόν

Σκέψου την αλήθεια να κερδίζει σε τηλεοπτικό σόου
Στα φρικ σόους, παλιά, κερδίζανε τα τσιγάρα
Στα αμφιθέατρα χάσκανε τα καθίσματα
στην κατηφόρα
Σχεδόν πάντα
πρέπει να πιάσεις πάτο

* στον Κώστα Π.

Καθρέφτης

Και κοιτάζω τους ανθρώπους
Στο βλέμμα
Στα δάχτυλα
Στα νύχια
Στα μαλλιά
Στα δόντια κάποτε τους κοιτούσα
Κοιτάζω καμιά φορά, από μακριά
αυτούς που επιστρέφουν
με το υπόλοιπο της μέρας τους πακέτο
Και ποια ζωή να ζηλέψεις τελικά
Κι αυτό που λιγάκι φοβάμαι
Πως θα μου μείνει να κοιτάζω ο δρόμος
Που τόσο με λάτρεψε