Όλα μοιάζουν

χαμογελά η απογοήτευση
στις παρυφές κάθε απόλαυσης
εγκυμονούσα τακτική σε αδιέξοδο
με μάτια κόκκινα
και μαύρα
και με μια πίστη οδηγό
σε ανηφόρα
κατάγομαι από ένα μπαρ του προηγούμενο αιώνα
τώρα
όλα μοιάζουν να έχουν ψυχή
ο ήλιος μοιάζει με ήλιο
εσύ με αύριο
εγώ θυμίζω εμένα
προσομοίωση ζωτικής σημασίας

Φωτογραφίζοντας τη Μέρα

Ήταν μια φλόγα απόψε που χόρευε και έλεγα πως δεν θα μιλήσω.

Την έσβησα, δεν μ’ άφηνε.

Υπάρχουν πόλεμοι που τελειώνουν σε  δευτερόλεπτα.

Σκοπός μου ήταν να μη γράψω μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία.

Μα  υπάρχουν πόλεμοι που τελειώνουν σε  δευτερόλεπτα.

Το μεγαλύτερο που προσπάθησα ήταν να καπνίσω ένα τσιγάρο,

χωρίς διακοπή.

Με ενοχλούσε η παρέα στη δουλειά,

το χρώμα των ρούχων,

το φαγητό που ζέσταινε το σώμα μου,

ακόμη και το γεγονός, πως μες την εκεχειρία των πάντων,

αμέλησα για λίγη τύχη.

Στο δεύτερο μισό μου στριφτό μπήκε ο μικρός.

Δεν είχε τσιγάρα, δεν ήθελε παρέες.

Σχεδόν ομολόγησε πως δεν είχε τίποτα για να κάνει.

Μεταξύ τρόμου και απάθειας ειπώθηκαν κι άλλα ασήμαντα.

Ακολούθησαν οι βάρβαροι•

χρόνο με το χρόνο ημερεύουν.

Όταν μαθαίνεις είναι όμορφα, όταν σε μαθαίνουν δεν ξέρω.

Βγήκε η δουλειά, βγήκαν τα ποτά.

Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς.

Στις γιορτές χαιρόμαστε, στις αργίες πεθαίνουμε.

Όταν γύρισα σπίτι τσακώθηκα με τις γάτες και το σκύλο μου.

Έστριψα δεκατρία τσιγάρα.

Δεν ξέρω πόσα κάπνισα.

Προσπάθησα να κοιμηθώ.

Υπάρχουν πόλεμοι που τελειώνουν σε  δευτερόλεπτα.

Μέρα με τη μέρα ( Day after day )

Συστήματα ελέγχου,

περιπολίες και λοιπές μίζες

ανθίζουν κάθε που νιώθεις.

Πλουτίσαμε  ασφυξίες

και κορεσμούς,

υπονομεύσεις εντός παρενθέσεων.

Με ντεπόν αναβράζον κοινωνάμε

καταμεσήμερο •

το βράδυ τα γνωστά.

Μα ούτε βρασμός ψυχής….

τίποτα πουθενά.

Βιαστές στους δρόμους, στα καφενεία,

στα μπακάλικα, σε παρκινγκ πυλωτών,

στα φανάρια.

Στα μπαλκόνια σημαίες.

Κάποιους όρους θα πρέπει να τους καταργήσουμε,

γιατί τρελαθήκαμε  και δεν βγάζουμε λέξη.

Στις ανεπιτυχείς σελίδες της ιστορίας ( I )

Σαν άγραφος νόμος σέρνω τα πόδια μου

από λούμπα σε λούμπα.

Αγκαζέ με σωτήρες

που τις συμφορές αγαπήσανε

σαν κόρες δίχως προίκα.

Κλείνουμε κεφάλαια

χωρίς να γυρνάμε σελίδα.

Τρία μπαρ σε δυο νύχτες.

Μας φόρτωσαν και τα σκουπίδια,

ζέχναμε έτσι κι αλλιώς.

Τελευταίο χούι,

λέξεις μπούμερανγκ•

κοκάλινες επιστρέφουν

Οτιδήποτε αξίζει μια καταστροφή,

μια αναγέννηση.

Με χέρια παράλυτα σπάμε τα μούτρα μας.

Οι κυράδες ίσα που μας έμπασαν στις πόρτες τους

απόψε.

Καμιά φωτιά να σιγοκαίει

για το τομάρι μας.

Χειμώνας που έκαψε τα φύλλα,

τα μάτια ξερίζωσε τ’ ουρανού

κι αγκάθια έσπειρε των κάκτων

για να διαβούν οι ξεχασμένοι.

 

Άγια νύχτα

Ένα σωρό λόγοι για να πιούμε

πάλι απόψε

Όλα πάνε σκατά

κι όλα μοιάζουν υπέροχα

Η ομάδα κερδίζει

Το επίδομα στην τράπεζα περιμένει

Ο θάνατος περιμένει

Τα ψώνια περιμένουν

Άγρια νύχτα σε προσμένουν

(όλοι)

Κι εγώ παίζω το παιχνίδι των διαφορών

Οχτώ, δέκα, καμία

Όπου εγώ βάλε εσύ,

τα παιδιά, τη γυναίκα σου,

τον διπλανό που μεθάει

και κλωτσάει σαν άλογο

Κάποιος να μας φυλάει

να ξημερώσουμε πάλι αύριο

 

Το μόνο που πίστεψες

Το μόνο που πίστεψες χωρίς  μάτια

ήταν ο άνεμος

που σε  τραβούσε σαν μάνα

Κι όλο δεν ήθελες

Κι όλο αγαπούσες

Και μόνος ξημέρωνες

Εκεί που  ιστορίες για φαντάσματα

διώχνανε τους πόνους

Και ανάβλυζαν οι ψυχές

φως στο σκοτάδι