κολάζ

Έσμιξα δυο ουρανούς,
το χρώμα του δρόμου να μου δώσουν
που ξημέρωνε.

Ποθούσες λίγη νύχτα ακόμη,
χωρίς αύριο ∙
και μια κουβέντα χωρίς σκοπό.

Μια πληγή ίσως να θρέφει περισσότερο μέλλον
απ’ την πορεία που διαγράφεται στην άκρη της νύχτας
καθώς ανυποψίαστος διεισδύεις στο φως.

Να φεύγεις.
Να μισείς ό,τι με πόνο έχτισες και ηδονή.
Τόσο κοντά.
Να μένεις.

Απογοήτευση.

χωρίς τίτλο

Γυρεύοντας μια δόση ακόμη γλυκιάς αδιαφορίας, συνεχίζω να νιώθω χάλια
μα κι αυτό δε δείχνει να έχει την παραμικρή σημασία,
μιας και όλα συνεχίζουν τριγύρω να εκτυλίσσονται σε ρυθμούς κανονικούς,
4/4 ας πούμε σε ένα μιντ τέμπο για όλους,
μιας και κανείς δε γνωρίζει ποιος γράφει την επόμενη σελίδα.
Έστω κι αν αυτό συνέβαινε, ποιο χέρι άραγε θα τις αριθμούσε
σε σειρά να τους δώσει νόημα
ή στον άνεμο να αφήσει την τύχη τους,
μετά το στραπατσάρισμα της κάθε προσωπικής ευχαρίστησης,
μετά την κάθε νίκη που μετατράπηκε σε ήττα,
μετά τη δυστυχία που επιφέρει η κατάκτηση κάθε νοήματος;
Συνεχίζω να νιώθω το σκοτάδι πηχτό και βαρύ
να πιέζει τα νεύρα.
Τα μάτια κλειστά να διατηρούνε το σώμα
αυτές τις πρώτες πρωινές ώρες.
Αυτούς που προσπαθούν να δουν εντός της άπειρης φυλακής τους.
Τα λουλούδια και τα πράσινα φύλλα,
γυρτά και αδύναμα στων μπαλκονιών τις άκρες,
για μια δόση ακόμη ζωής να υπομένουν.
Έχουμε δρόμο πριν το τέλος.
Διψάμε για φως ∙
μα σαν το γευόμαστε υποφέρουμε.

Ώσπου οι φωνές να αποκτήσουν στόμα

Για κάθε πρωινό που προσπαθείς να αναγνωρίσεις το σώμα σου
και κάθε νύχτα που σ άφησε ανέραστο
Ώσπου οι φωνές να αποκτήσουν στόμα
και η μέρα να εξοικειωθεί με τη σιωπή
Για όσα κενά αναπληρώθηκαν με νικοτίνη
και όσα δεν ζήσαμε χωρίς δισταγμούς και μετριότητες
Αφέσου
Όσοι σ αγάπησαν μπορούν και νιώθουν ∙
πως μια δικαιολογία είναι πάντα λάθος,
πως οι φλόγες πάντα προηγούνται της κολάσεως