Παραμύθια

 

Είμαστε όλα τα κανονικά παιδιά

Που ταξιδέψαμε μίλια

για να τσακίσουμε τη νύχτα μας

σε βρώμικο πάτωμα

Που βρίσαμε όταν δεν μας πήγε καλά,

και ήπιαμε

Και όταν όλα ήρθαν,

και πάλι ήπιαμε για να γιορτάσουμε

Και τι μετά απ’ όλο αυτό;

 

Κρύψου τώρα ήλιε

και ξεκουράσου στην πηγή

Να φεύγω ήθελα συνοδηγός,

σ’ ένα παλιό αυτοκίνητο

κι όλα να τρέχουν

 

Μα το πνίξαμ’ όλοι στο φτιασίδι

και μας πήραν τα δάκρυα,

μετά καθώς ήρθ η βροχούλα

Και τρέχαν οι μάσκαρες,

κι οι μασκαράδες εκεί,

να αλείφονται τη γλίτσα,

να τρέχουν κι αυτοί

και οι βατράχοι να κοάζουν,

¨είσαστε όλοι τελειωμένοι!¨

Μα ποιος  να πιστέψει τους βατράχους;

 

 

19/09/2019

Λίγα ποιήματα από και για το μπαρ (τυχαία σειρά)

Διάλογος(;)

-Βάλε μια μπύρα να ανασάνω ρε φίλε…
-Δεν θα μπορέσεις να σκοτώσεις το τέρας. Χωρίς αυτό καμιά λάμψη δεν θα νικήσει το σκοτάδι. Ακόμη και η καύτρα απ’ το τσιγάρο σου θα είναι μια μόνιμη στάχτη
-Ναι, μα σαν ανασάνω το τέρας θα ικανοποιηθεί και θα πιάσει τη γωνιά του. Οι κατάρες έτσι κι αλλιώς περισσεύουν
-Ο ένοχος γυρεύει πάντα κάποιον αθώο
-Ναι, και το ανάποδο… Πες μου όμως, η παραίσθηση δικάζεται;
-Η αίσθηση καταδικάζει σίγουρα τον έχοντα. Οδηγεί σε πράξεις με αποτέλεσμα…
-Ίσως και μηδέν… δεν ξέρω, είναι φορές που νιώθω πως δεν θέλω τίποτα. Ω σκατά, χρειάζομαι μια τεκίλα ∙ και μία για ‘σένα. Ω φίλε έχω μουδιάσει, πάλι καλά που ‘σαι ‘δώ
-Η μπύρα δικιά μου…

Εγώ και το μπαρ

Εγώ και το μπαρ,
οι δυο μας.
Τα μαλλιά μου ακουμπούν τον σκούρο γρανίτη του,
σαν δύο μνημεία που συνουσιάζονται.
Κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.

Απουσίες

Ξέρω μια πόλη
όπου δε συχνάζει κανείς
Μόνο πότηδες που δεν αρθρώνουν κουβέντα
και κάτι λουλούδια
που τους στέρησαν το χώμα

Στο μπαρ, βιτρίνα

Στην υγειά της νύχτας
και των λιπόσαρκων απολαύσεων.
Στην υγειά του Joey,
που μας κάνει ακόμη και πιστεύουμε
Στην υγειά των κοριτσιών,
που χαμογελούν κατάμουτρα στη θλίψη ∙
και των παιδιών που περνούν κρατώντας μπαλόνια
αγνοώντας πως ο κόσμος είναι μια φούσκα.
Στην υγειά των απροστάτευτων,
χειμώνας που ‘ρχεται ∙
κι ίσως θα ‘πρεπε ο χειμώνας να γράφεται με όμικρον τώρα,
τόσα έχουν αλλάξει από τότε.
Στην υγειά των σπόρων,
στη Χαβάη και όπου γης ∙
και τέλος πάντων,
ας πιούμε με την ησυχία μας.

Προς όλους

Μα ειλικρινά δεν έχετε βαρεθεί;
Εκπλήξτε μας,
έστω και δια της απουσία σας.
Επανεφεύρετε τη γοητεία,
διατηρήστε την.
Ρυθμίστε τα ρολόγια σας σε λάθος ώρα,
αν αυτό είναι απαραίτητο.
Διατηρήστε την προοπτική του θανάτου,
αναρωτηθείτε .
Ανοίξτε μια μπίρα
ώρα που δεν προβλέπεται ∙
αυτή η καφεΐνη μας έχει τινάξει τα μυαλά
και δουλεύουν τα νεύρα μας σαν κομπρεσέρ
σε καυτή άσφαλτο μήνα Ιούνη.

Σάββατο βράδυ

Τους δρόμους που πάτησες
τους έλουζε άνεμος
και μάτωναν τα χέρια σου κάθε που άκουγες το αύριο
όλα τελειώσαν με ένα μπλουζ της ανοχής
και δυο χτυπήματα στην πλάτη

Άρση βαρών

Προτιμούσα ανέκαθεν
να βρίσκομαι μέσα,
και στην καλύτερη
έξω απ’ τη μπάρα.
Ποτέ κάτω από αυτή.
Να σηκώνω ποτήρια
στην υγεία των πάντων
και υπέρ του γκρεμοτσακίσματος κάποιων,
ξέρουν αυτοί,
και να χαιρετίζω φίλους,
γνωστούς και άγνωστους συναγωνιστές
ή και μόνο τον μπάρμαν.
Από δίσκους,
προτιμούσα πάντα αυτούς
που το βάρος τους
ζυγίζει κάποια γραμμάρια
και σπινάρουν πάνω σε μαγικά ταμπλό
γεννώντας ήχους,
αφυπνίζοντας συνειδήσεις,
ενδυναμώνοντας
κατακερματισμένους δέκτες,
να τους μετατρέπουν σε πομπούς.
Εσύ πόσα σηκώνεις στο αρασέ;

Φυσικά χωρίς τίτλο

Ένα φθηνό κόλπο ειν αρκετό
για να πουλήσεις τον κόσμο,
φτάνει πρώτα να τον έχεις περιορίσει.
Μια μικρή μάζα είναι ικανή
να κρύψει τον ήλιο,
αρκεί να χεις αποδεχτεί την βαρύτητα.

Θα

Θα ‘ρθει η στιγμή που θα σταθεί η αλήθεια στο χείλος του γκρεμού
κοιτάζοντας πίσω,
χαμογελώντας
ίσως χαιρέκακα, ποιος ξέρει;
Το χείλος θα υποχωρεί πετραδάκι πετραδάκι
Εσύ θα θυμάσαι πως πήρες τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά
Εγώ θα σε ρωτώ αν θες να ζήσεις
Κανείς δεν θα απαντά
Τα χαμόγελα θα συνεχίζονται
Το έδαφος θα υποχωρεί
Κάποιοι θα το σηκώσουν στις πλάτες τους
Οι πλάτες τους θα ‘ναι λερωμένες
Καμιά αυτοτιμωρία δεν θα φέρνει τον εξαγνισμό
Καμιά αγία δεν θα μας σώσει οδηγώντας ένα σπορ αυτοκίνητο
Το οτοστόπ έχει καταργηθεί,
έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε πρόσβαση στους δρόμους
και μείναμε να κοιτάζουμε στις πλάτες
Όχι μωρέ θα αντέξουμε
Υπάρχουνε κι άλλες αλήθειες

13/07/2019