Ευχής Έργον

cbgb1

Έριξα κάποτε ένα κέρμα,
όχι στο σιντριβάνι,
στη χέστρα ενός μικρού καφέ,
που έπινα από νωρίς.
Από τότε δεν ευχήθηκα τίποτα ξανά.
Ακολούθησαν όλα μόνα τους.
Ένα μικρό σύμπαν δημιουργήθηκε.

Στην ίδια χέστρα ψάρευα αργότερα το όνειρο,
χρόνια μετά.
Το στέγνωσα,
καθάρισα λέπια και εντόσθια
και το κατανάλωσα,
χωρίς ενοχές,
με λίγη ίσως αμαρτύρητη απέχθεια.
Οι εκλεκτοί καλεσμένοι μου αναφώνησαν
από έκπληξη
» ω ναι! »
» είθε τα όνειρα να βγαίνουν πάντα αληθινά! «

Έκτοτε πίνουμε από νωρίς .
Στο ίδιο μικρό καφέ,
μια πόρτα να μας χωρίζει
από τη χέστρα που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους.

Δύο λόγια για μία Ιδέα

ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΛΙΆ ΠΟΥ ΧΤΊΣΑΜΕ ΜΌΝΟΙ ΜΑΣ

Γυάλινα τείχη ολούθε
Υψωμένα
Δρόμοι αδιέξοδοι
Γκισέδες επικύρωσης
εθελούσιας απομόνωσης
Ζητωκραυγάζοντες Κωφάλαλοι
Γυάλινες αυλαίες που αρνούνται να πέσουν
Φιλόδοξοι, επιδοτούμενοι χειροκροτητές
που αρνούνται να παύσουν
Γυάλινα ας ήταν μόνο τα ποτήρια μας
Μονόλογοι
Επισκεπτήριο σε κοινωνίες υψίστης
ασφαλείας
Μίλα,
ο χρόνος τελειώνει
Φίλα με πίσω απ το τζάμι
και φεύγοντας σπάστο
Την άλλη φορά θέλω να σε νιώσω
Αν θα υπάρχω
Κι εσύ

 

ΑΠΌΨΕ ΠΟΥ ΆΝΟΙΞΑΝ ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΊ

Εξαγριωθείτε
Η νύχτα το ζητάει
Φωνάζει
Ξεδίπλωσε τα σωθικά της
Το χάος θέλει το χρόνο του
Όλα ξερνάνε απόψε
Ο ουρανός
Οι δρόμοι
Οι αγκαλιές
Οι στίχοι
Οι κιθάρες ξερνάνε
Τα Κύμβαλα άπλωσαν τις ακτίνες τους στο άπειρο
Σεντόνια ματωμένα ανεμίστε
Τις  σημαίες…
Τις  σημαίες αφήστε τες  σκέπασμα,
γι αυτούς που τις γέννησαν

ΣΤΟ ΜΠΑΡ

Ας καλοκαιριάσει
τουλάχιστον ~
να καθόμαστε πάλι μέσα
ιδρώνοντας καρτερικά .

Μας αρκεί λίγος χώρος,
ίσως και λίγο περισσότερος,
για να αποφεύγουμε τα χνώτα σας
και την περιοδικά ενοχλητική,
τύπου ελέγχου, ανακούφιση,
που επιβάλλουν
οι ελικοφόροι δυνάστες
μιας κατά τα άλλα υπέροχης
ατμόσφαιρας.
Μέρες μετράμε
για τον ερχομό της
Νύχτες, για να απαλύνει
τους πόνους μας.

Φθηνές παλιομοδίτικες ταπετσαρίες
φιλοξενούν χρόνια τώρα
τους πάτους μας.
Μας φροντίζουν όσο λίγοι.

Δε ζεσταίνομαι πια
Καίω.
Τεκίλες, ρούμι και μπύρα.
Δεν πονάω.
Θα πω στα πόδια μου
να με γυρίσουν σπίτι.

Πρώτη Μαΐου

Πρώτη Μαΐου
Σαν ψέμα μοιάζει
Σε πορεία δεν κατεβήκαμε
Μήτε λουλούδια στις πόρτες μας
αργοπεθαίνουν
Το αμάξι κι αυτό αστόλιστο,
βρώμικο απ τα χθες ∙
σκόνη, αέρας, ήλιος, σύννεφα
απαισιοδοξία, βροχή
Πρώτη Μαΐου
Μπεκρήδες τακτικοί,
στα καφενεία σήμερα δε βγήκαμε ∙
μην πουν την τεμπελιά μας πως γιορτάζουμε
Μονάχα βάλαμε τα ίδια τα παπούτσια,
τα σπασμένα μας πόδια να μαζεύουν,
με κορδόνια λυτά ∙ σήμερα
Πρώτη Μαΐου
Το οχτάωρο δεν θα ‘βγαινε,
κι ας παλεύουμε να το κάνουμε μοίρα μας
Θα μας έπεφτε πολύ
Δεν χρειάζονται τόσο χρόνο για να σε τσακίσουν ∙
ψυχή και σώμα
Πρώτη Μαΐου
Φεγγάρι που αρχίζει και αδειάζει
Πώς να τιμήσεις κάποιο νεκρό,
σκοτωμένος εντός σου;
Πρώτη Μαΐου
Σαν ψέμα μοιάζει

ΉΤΑΝ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ήταν μεσημέρι,
σχεδόν καλοκαιριού,
όταν ξέχασα το πρόσωπο μου
στον καθρέφτη.
Το προσωπείο μου το πήρα.
Και να θελα να το λησμονήσω
αυτό δεν μ αφήνει.
Με ακολουθεί
σαν πιστό σκυλί.

Παραλλαγμένος και σκεπτόμενος
τη φυσική ανακολουθία
των πραγμάτων
ξεπάρκαρα τις ρόδες μου,
που τελευταία έχουν χάσει
λίγη απ την αίγλη τους
και βραχνά ανταποκρίνονται
στις προσδοκίες μου.

Όταν έφτασα ήταν όλα εκεί.

Είκοσι και κάτι χρόνια
κυκλοθυμικών περιδινήσεων,
αναζητήσεων και πισωπετάματος,
χωρίς επετειακούς ενθουσιασμούς.
Τα κεράκια είναι για τα παιδιά.
Και για τους νεκρούς.
Και για τους νεωκόρους,
να τα σβήνουν γρήγορα,
πιο γρήγορα κι από όσο κάνει
ένα άστρο να πέσει.
Πριν προλάβεις, ο πιστός, να πεις αμήν.

Οι δερμάτινες τσέπες
που με ακολουθούσαν,
για να ζεστάνουν αργότερα
τον άλλο μου εαυτό,
άρχισαν να αραδιάζουν εμπρός μου
αντικείμενα φανερών και απόκρυφων
πόθων.
Τα προσωπικά μου λάφυρα.

Αρχίζω και θυμάμαι.
Θα περιμένω να σχολάσω.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΝΩΘΕΝ

Στο  σπίτι  απέναντι

κάποιος έκλεισε τα εξώφυλλα

για να πεθάνει μόνος .

«Πληροφορίες άνωθεν»,

έγραψε στην πόρτα της σκάλας.

Δεν μίλησε ποτέ ξανά.

Ίσως τις αναζήτησε πρώτος.

 

Λες κι ευχαριστώ

Η μιζέρια
είχε πάντα γεύση σπιτική.
Δοσμένη με αγάπη
και πάντα
με τα πιο αγνά υλικά.
Αξιοσημείωτο είναι  πλέον
πως νιώθουμε σχεδόν παντού
σαν στο σπίτι μας ~
ή σαν στο σπίτι κάποιου άλλου.
Κάποιου οικείου
Κάποιου αφεντικού
Κάποιου φίλου
Κάποιου περαστικού
Που η κυρά
του τύλιξε δυο κομμάτια
για το δρόμο,
ή για να βγάλει τη βάρδια.

Πόσες φορές να αρνηθείς τέτοιο κέρασμα;